Νίκος Γ. Διαμαντάκος - Εκκλησίες και εξωκλήσια της Ζαγοράς (Β' Έκδοση επαυξημένη και βελτιωμένη)
(συναισθηματική ροή 2. Η 1 είναι εκεί.)
...Κι ένα βράδυ, μου λέει ο άντρας μου:
"Σήμερα ο δάσκαλός σου, μου έφερε ένα φάκελο για σένα, μα τον ξέχασα! Αύριο!"
"Δεν το πιστεύω!"
"Άνθρωπος είμαι, τον ξέχασα! Θέλεις να πάω να τον πάρω;"
"Όχι, ρε, άντρα μου! Την ΤΙΜΗ που μου έκανε, δεν πιστεύω! Εγώ το έχω αγοράσει εδώ και μέρες, αλλά δεν πρόλαβα να του τηλεφωνήσω, ούτε να το παρουσιάσω στο ίντερνετ! Τώρα;"
"Τώρα, εξήγησέ του και χαλάρωσε!"
...Εύκολο να το λες.
Χαλάρωσα, αφού το πήρα στα χέρια μου και διάβασα την αφιέρωση (σούρουπο ήταν, γι' αυτό και σκοτεινές οι φωτογραφίες), κι αφού μίλησα μαζί του.
"Άργησα πολύ, δάσκαλε..."
"Ήξερα πως μια μέρα θα μου τηλεφωνούσες!"
Τί συγκίνηση, να σε ξέρει καλά, ο δάσκαλός σου!
Να ξέρει ΚΑΛΑ, πως όσα σου δίδαξε, δεν πήγαν χαμένα...!
Τι μεγάλη Τιμή, να σε θυμάται!
Τί σεβασμό εμπνέει το πρόσωπό του, κι ακόμα περισσότερο τα "ερευνητικά γραπτά του"!
Όσο υπάρχουν τέτοιοι δάσκαλοι που σώζουν ότι κινδυνεύει απ' τον χρόνο κι απ' την μνήμη, είμαστε τυχεροί, αλήθεια, ΤΥΧΕΡΟΙ!
Τον "ΣΥΓΧΑΙΡΩ", τον "ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ" και εύχομαι απ' τα βάθη της ψυχής μου, να του δίνει ο Θεός Υγεία, Οικογενειακή Ευτυχία, κι άλλη δύναμη για νέες εμπνεύσεις, Ιδέες και Δημιουργία!
ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ Β' ΕΚΔΟΣΗ
...Να "μαρτυρήσω" λίγα λόγια, αν και όλοι οι Ζαγοριανοί, θα πρέπει να τρέξετε να το αγοράσετε απ' τους Ιερούς Ναούς και των τεσσάρων συνοικιών της Ζαγοράς, τόσο να το διαβάσετε, όσο και για να το έχετε!
Η Β' Έκδοση βγήκε με έξοδα του δασκάλου μας και χάρισε από 100 βιβλία σε κάθε Ιερό Ναό της Ζαγοράς, για οικονομική ενίσχυση.
Η διαφορά με την Α' Έκδοση που εξαντλήθηκε προ πολλού, είχε χρηματοδοτηθεί απ' το Πολυμέρειο Κληροδότημα Ζαγοράς, είναι, ότι στην Β', πρόσθεσε "απρόσμενα" γεγονότα που συνέβησαν στον εκκλησιαστικό χώρο της Ζαγοράς, την τελευταία εικοσαετία και οι Ζαγοριανοί που μένουν εκεί, φυσικά και τα ξέρουν καλύτερα, δεν χρειάζεται εγώ, να τα απαριθμήσω!
Είναι όμως πολύ σημαντικά, έπρεπε να γραφούν και να τα μάθουν κι άλλοι!
Κι επειδή τελικά, τα βιβλία είναι λίγα και οι άλλοι είναι πολλοί, μήπως μια Γ' Έκδοση απ' το Πολυμέρειο Κληροδότημα Ζαγοράς, είναι επείγουσα;
Επείγουσα επίσης, βρίσκω και την Ιδέα του, για ένα Θρησκευτικό Μουσείο Ζαγοράς, προσβάσιμο στον κόσμο και στον τουρισμό, πριν καταστραφούν από κακοκαιρίες, πολυκαιρίες, προχειρότητες ή γενικές "ατυχίες", Ιερά, εικονίσματα και άλλα, που οπωσδήποτε πρέπει να σεβαστούμε "αλλιώς" και να σωθούν!
...Κλείνω αυτή την ανάρτηση, ελπίζοντας να τον ακούσει ο Δήμαρχος, και οι Σύμβουλοί του, κι όλο το χωριό μαζί, να κάνουν αυτή την ΙΔΕΑ, σύντομα ΠΡΑΞΗ!
"ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ" του εύχομαι, ΟΛΟΨΥΧΑ!
ΥΓΕΙΑ και να ΖΗΣΕΙ να δει την ΙΔΕΑ του, να γίνεται πράξη!
Είναι ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΟΛΩΝ ΜΑΣ, στα ΙΕΡΑ και στα ΟΣΙΑ, όχι μόνο της Πατρίδας μας, αλλά και για την ίδια την Ορθόδοξη Πίστη μας που εδώ και καιρό, κλυδωνίζεται... με χίλιους τρόπους!
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΙΓΚΡΑ ΝΙΚΟΣ ΒΑΡΑΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΖΕΒΕΛΕΚΑΚΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ
***
Κεφάλαιο: Γιάννης Τσίγκρας
Αυτός ο Ποιητής, για πολλούς λόγους, επιβάλλεται να ΥΠΑΡΧΕΙ και σε τούτη εδώ, την σελίδα.
Σε πρώτη φάση, στέκομαι στο σημείο 18 λεπτά που εξηγεί ο εκδότης των ποιημάτων του Γιάννη, δυο λόγους.
Στέκομαι ιδαίτερα στον β' λόγο, που για μένα είναι αληθινή και πρώτη!
"Ο Γιάννης είχε μέσα του την Πίστη, βαθιά χωνεμένη!
Δεν ήθελε να την δείξει.
Κυλούσε στα κύτταρά του" και συμπληρώνω εγώ, αναδυόταν, όταν βρισκόσουν δίπλα του, χωρίς να χρειαστεί να τον διαβάσεις.
Συμφωνώ απόλυτα πως ήταν Ορθόδοξος Ποιητής, όχι όμως, έτσι όπως κατάντησε η Ορθοδοξία μας, σήμερα!
Οι δυο μας (πέρα απ' τα τεχνολογικά για να μάθει να "κινείται" στο ίντερνετ), συζητούσαμε ΜΟΝΟ και περισσότερο γι'αυτό!
Ελάχιστα ώς Άνθρωπο, τον ενδιέφερε η Τέχνη της Ποίησής του, να τον μάθουν ή όχι.
Πρωτίστως τον ενδιέφερε η Σωστή Ορθόδοξη Πίστη, που δυστυχώς σήμερα, πολύ λίγοι, μπορούμε να ξεχωρίσουμε.
"Πήγαινε σε μια συνάντηση παπάδων", μου έλεγε, κι αν τους ακούσεις να μιλούν για Χριστό, έλα να μου το πεις..." έλεγε, μεταξύ πολλών άλλων και δεν μπορούσα να τον πιστέψω.
Ο Γιάννης ήταν πολυδιαβασμένος γενικά, μα περισσότερο πιστεύω, σε Πατερικά Κείμενα, βίους Αγίων, κ.λ.π.. Είχε και βιώματα, είχε κατασταλάξει.
Εγώ "αγράμματη" κι "αδιάβαστη", είχα ένστικτα και βιώματα Ανώτερα, τα συζητούσαμε, κι αυτός ήταν ο Δυνατός κρίκος που μας είχε ενώσει, στη ζωή και στον θάνατο, ακόμα!
Και κάπου στο σημείο 19 και 25, ο κύριος Βασίλης Λαλιώτης, λέει, πως "νομίζει πως ο Γιάννης έγραψε αυτά τα ποιήματα, για ν' ανοίξει τόπο, για να πεθάνει", κ.λ.π. παρακάτω.
Ας με συγχωρέσει να συμπληρώσω, πως δεν ήταν μόνο αυτό, αλλά, ΚΥΡΙΩΣ, πως ήθελε ν' ανοίξει τα μάτια ΟΛΩΝ μας, ότι "κάτι" δεν πάει σωστά στην εποχή μας με την Πίστη μας. Δεν του άρεσε, δεν συμφωνούσε, δεν ήθελε να εκδοθούν τότε, για να μην πικράνει κόσμο, ακόμα και φίλους, ήξερε πως θα συναντήσει και από ποιους "εμπόδια", ήξερε ότι η υγεία του δεν τον βοηθούσε να πρωτοστατήσει (ή καλύτερα να επαναστατήσει), οπότε, έγραφε... για να μείνουν, γιατί ήξερε πως θα "αναδυθούν" κάποτε, ακόμα, ήξερε, "εκπαιδεύτηκε" με τον σκληρότερο τρόπο στην υπομονή, την είχε και Προστάτιδά του Αυτή την Αγία Υπομονή, την έκανε εν ζωή, κι ακόμα νομίζω, από κει ΨΗΛΑ, ακόμα, κάνει.
Σημείο 20 και 47 "Πεπρωμένα γεγονότα"...
Έτσι ακριβώς! συν πολλά εσκεμμένα "εμπόδια", άγνωστα για μας τους φίλους του και θαυμαστές του.
"Πεπρωμένα" που έχουν παρελθόν, παρόν, και "δύσβατο" μέλλον, ακόμα!
Υπομονή, ΟΛΑ απαιτούν τον σωστό τους χρόνο, κατά πως ορίζει, ο Ανώτερος, Αυτός που ο Γιάννης, πολύ πίστευε, κι ήταν ο Τριαδικός Θεός!
Αυτά, για πρωί του Αγίου Σπυρίδωνος, Μεγάλη η Χάρη ΤΟΥ!
Υγ. Θα φέρω και την αλήθεια του Ντοστογιέφσκι, έτσι, γιατί τον διάβαζε και τον θαύμαζε.
O παπα-Κυριάκος, ο θεραπευτής της Ρόδου που έκανε καλά τον κόσμο, αλλά τον έσυραν στα δικαστήρια! (Πηγή)
Η προσφορά του πρακτικού ορθοπεδικού μέσα από το βιβλίο «Νιοχωρίτικα» και τις μνήμες του εγγονού του, Θανάση Στάμου
H ΡΟΔΙΑΚΗ
Αναγνώστηκε 2580 φορές Ημερομηνία
Γράφει
Pοδούλα Λουλουδάκη
Ανάμεσα στους πολλούς γιατρούς του παλιού Νιοχωριού, που ξεπερνούσαν μιαν εποχή τους είκοσι, ξεχώριζε μια μορφή ιερωμένου που ενώ δεν είχε καμιά δέσμευση με τον όρκο του Ιπποκράτη, ωστόσο η Ρόδος _τα μαράσια και τα χωριά_ τον λογάριαζε μοναδικό θεραπευτή. Ήταν ο ομορφόπαπας της εκκλησιάς της Παναγιάς Παπα-Κυριάκος Μανέτας. Ο παπα-Κυριάκος, από τη Βιλανόβα (το σημερινό Παραδείσι) μόλις ρασοφόρεσε, 25 χρονών παλικάρι, εφημέρευε στην εκκλησία του Νιοχωριού «Τα Εισόδια της Θεοτόκου (απέναντι από τον Κούκο), εξήντα ολόκληρα χρόνια.
Ήταν πάντα γελαστός και πρόσχαρος με όλο τον κόσμο: χριστιανούς, Τούρκους, κι Εβραίους, γι’ αυτό όλοι τον αγαπούσαν. Στο πέρασμά του όλα τα σπίτια άνοιγαν τις πόρτες τους να τον καλοδεχτούν. Κι εκείνος έβρισκε ευχαρίστηση να κλαδεύει τις τριανταφυλλιές, τα φούλια, τα γιασεμιά και τις κληματαριές. Να δείχνει πώς περιποιούνται τα πουλάκια στα κλουβιά και να πίνει σε αντάλλαγμα ένα Νιοχωρίτικο βαρύγλυκο καφεδάκι από το χέρι της νοικοκυράς.
Την ικανότητα του πρακτικού ορθοπεδικού ο παπα-Κυριάκος τη δασκαλεύτηκε από τη μάνα του, στο χωριό που ήταν κι εκείνη πρακτική μαία, με μεγάλη προσφορά. Τα πάμπολλα περιστατικά θεραπείας, στα στραμπουλήγματα, στα σπασίματα, στο νευροκαβαλίκεμα μεγάλωσαν τη φήμη του και δεν περνούσε μέρα που να μην ανέβει τη μεγάλη σκάλα πάνω από τα κελιά της εκκλησίας κάποιος –μικρός ή μεγάλος, με κρεμασμένο στο λαιμό το μαντηλοδεμένο μπράτσο και ν΄ ακουστεί σε λίγο να τσιρίζει από τους πόνους που του το βαζε ο παπάς στη θέση του ή του καλάμωνε το ξεχαρβαλωμένο χέρι. Τα πονεμένα πόδια τα θεράπευε στο πίσω μέρος της εκκλησιάς, στον νάρθηκα ενώ για τα βαριά περιστατικά, γοφούς, γόνατα, κι ωμοπλάτες ο παπάς έτρεχε πρόθυμος στα σπίτια.
Πληροφορίες θησαυρός είναι αυτές, από το βιβλίο «Νιοχωρίτικα» του Αντώνη Βρατσάλη που είναι βιβλίο-ντοκουμέντο και λίγοι τυχεροί έχουν ένα του αντίτυπο. Όταν έμπαινε ο γρουσουζομήνας ο Μάης και τα στραμπουλοσπασίματα πλήθαιναν από την «κακιά την ώρα» ο παπα-Κυριάκος δεν έβρισκε καιρό ούτε να φάει, ούτε να φουμάρει το μαύρο σέρτικο πούρο του. Πολλά σπασμένα και στραβοβαλμένα χειροπόδαρα, από άλλους θεραπευτές τα έδινε μια στο γόνατό του και τα ξεκολλούσε για να μην μείνουν σακάτηδες, τα ‘βαζε στη σωστή θέση τους, τα φάσκιωνε και τα καλάμωνε, μουσκεύοντάς τα με μπόλικη μαστίχα (ούζο).
Στα παιδάκια που λαχταρούσαν από τον πόνο τους έλεγε ύστερα: «Βρε, μπερμπάντη, τι ήθελες, να σ΄ αφήσω να μείνεις σακάτικο σαν τον οβριό το λουμπουναρά, που από το φόβο του να μην τον αγγίξουν και πονέσει έμεινε το πόδι του στραβό σαν διχάλα»; Οι γιατροί στραβομουτσούνιαζαν όταν άκουγαν για τον παπα-Κυριάκο. Ο κόσμος όμως δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στο γύψο τους, έτρεχε στον παπά να τον καλαμώσει στα σίγουρα. Σε χιλιάδες λογαριάζονταν οι θεραπευμένοι από τα χέρια του παπά μέσα στα εξήντα τόσα χρόνια που έζησε στο Νιοχώρι. Αλλά κι οι πίκρες του ήταν μεγάλες! Τον πέρασαν από δίκη, του επέβαλαν 20 μέρες φυλακή, άλλο όταν ο δικαστής έφευγε με μετάθεση, πήγε και του ζήτησε συγχώρεση! Διαβάζω στα «Νιοχωρίτικα»: «Κάποτε, ένας γιατρός Νιοχωρίτης παραπάτησε, στραμπούλιξε το πόδι του, κρεβατώθηκε για καλά. Είδε κι απόειδε και φώναξε τον παπά. Χούφτωσε το πόδι του ο παπάς, το παιξε δεξιά-ζερβά ώσπου ν΄ ακουστεί το «κράκ» και λέει γελώντας στο γιατρό: “Εγέρθητι, άρον τον κρέβατόν σου και περιπάτει...
«Ο γιατρός ξεθάρρεψε, σηκώθηκε κι έκαμε «στράτα» χωρίς να πονά. Έγινε καλά και για να ευχαριστήσει το θεραπευτή του μπήκε νονός και βάφτισε το μικρό γιο του παπα-Κυριάκου. Άλλη μια φορά, ο Ιταλός γιατρός Βιτάλε, συμβούλεψε κάτι γνωστούς του να βάλουν μερικές ενέσεις ασβεστίου στο αγοράκι τους, για να το δυναμώσουν. Μόλις όμως ο ίδιος ο γιατρός του ‘βαλε την πρώτη ένεση, το πόδι παράλυσε και το παιδί δεν μπορούσε να σταθεί όρθιο. Βελόνα και φάρμακο του είχαν χτυπήσει το νεύρο. Οι μήνες περνούσαν και το πόδι του παιδιού πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Αδυνάτισε, στράβωσε το κάτω μέρος και το παιδί πατούσε λοξά με τον αστράγαλο. Όσοι γιατροί το εξέτασαν είπαν στους δικούς του να το ταξιδέψουν, να του κάμουν ηλεκτροθεραπείες. Τ΄ άκουσε ο παπάς και ζήτησε να δει το πόδι του παιδιού. Το πασπάτεψε και γέλασε: «Δεν είναι τίποτα Μανωλάκη, είπε. Κάμποσα ζεστά μπάνια θέλει, κι ένα καλό τρίψιμο κάθε φορά με μπόλικη σπιρτοκολώνια και φάσκιωμα ώσπου να λασκάρει το πιασμένο νεύρο»! Και το θαύμα έγινε! Το παιδί που κούτσαινε, κοντά ένα χρόνο, σ’ ένα μήνα έγινε καλά. Έτρεχε και κλωτσούσε την μπάλα στην αυλή της εκκλησιάς.
Λέγαν και για το πάθημα του Γιασιράνη. Ο Παναγιώτης Γιασιράνης, ένας βοσκός Αρχαγγελίτης, του ‘λαχε να σπάσει το χέρι του. Ένας πεινασμένος κομπογιαννίτης του είπε να σφάξει ένα αρνί να το φάνε και να τυλίξει με τη ζεστή προβιά το σπασμένο χέρι. Του πασπάλισε και κάμποσο κοπανιστό πευκορετσίνι για να δέσει και να κολλήσει το σπάσιμο. Σε μια εβδομάδα το χέρι του Γιασιράνη τουμπάνιασε. Έσκισε και μύριζε από το πύον. Κρέας, ρετσίνι και προβιά έγιναν ένα και σάπισαν. Τον κατέβασαν στο νοσοκομείο να τον δει ο μεγάλος Ιταλός γιατρός. Βλέπει ο προφεσόρ Γκαλίνα το πρησμένο χέρι τυλιγμένο στην προβιά και λέει να το κόψει. Τ΄ ακούει ο Γιασιράνης και παραλίγο να του ‘ρθει ταμπλάς. Παίρνει δρόμο ο Γιασιράνης όπως ήταν στο νοσοκομείο με τη νυχτικιά και πάει τρεχάτος στην εκκλησία. «Σώσε με, παπά μου… Ο τζιαολόφτης ο γιατρός ξανοίει να μου πριονίσει το χέρι…». Εξετάζει το χέρι ο παπάς και λέει στην πρεσβυτέρα: «βράσε γρήγορα μπόλικο νερό…». Ξεκολλά την προβιά με το ξερό ρετσίνι, καθαρίζει το ξεπετσωμένο κρέας, ισιώνει το σπασμένο κόκαλο, του ρίχνει κοπανιστό ρόβι και το φασκιώνει. Αυτό ήταν. Σ΄ ένα μήνα ο Παναγιώτης ο βοσκός από τον Αρχάγγελο, κατέβασε δώρο, σηκωτό ένα αρνάκι, όσο μπορούσε να γαντάρει το χέρι που ‘γειανε ο παπάς».
Ζήτησα από τον εγγονό του, το Θανάση Στάμο, που έζησε κοντά του όσο κανείς, να καταθέσει τις μνήμες του για να θυμηθούν οι παλιοί και να μάθουν οι νεώτεροι γι’ αυτή τη φωτεινή προσωπικότητα που έγραψε ιστορία!
Ζήσατε πολλά χρόνια με τον παππού σας, τον παπα-Κυριάκο, μαθαίνατε, βλέπατε το έργο και την προσφορά του! Στο σπίτι μου εγώ πήγα μετά το Στρατό. Η μάνα μου, περιποιείτο το δωμάτιό μου χωρίς να μένω. Καμιά Κυριακή πήγαινα για φαγητό. Όλο τον άλλο καιρό, έμενα με τον παππού μου. Ήταν γιος παππά. Πατέρας του ήταν ο παπα-Αναστάσης, ο οποίος ήταν προϊστάμενος παπάς στο χωριό του, το Παραδείσι. Κατά το αιματηρό Πάσχα του 1919, πήγε ο Ιταλός στρατιώτης να τον τρυπήσει με τη ξιφολόγχη και φώναξε ο επικεφαλής «όχι τον ψηλό, τον κοντό…». Κι εφόνευσε τον παπα-Λουκά. Στις 40 μέρες του παπα-Λουκά, πέθανε κι αυτός από τη θλίψη. Τότε ο Μητροπολίτης Απόστολος ζήτησε να δοθεί ένα ορφανό από κάθε μία από τις δύο οικογένειες των παπάδων για να το κάνει παπά. Έτσι έγινε παπάς και ο παππούς μου, ο παπα-Κυριάκος. Διορίστηκε από το 1921-23 στο Παραδείσι το χωριό του και από το 1924 ο Απόστολος τον έφερε στα Εισόδια της Θεοτόκου, στο Νιοχώρι. Όπως έγραψε το περιοδικό «Ορθόδοξος Διδαχή» της εποχής εκείνης «μεταξύ πλειάδας ιερέων ο Μητροπολίτης επέλεξε τον εκ Βιλανόβας ορμώμενο παπά Κυριάκο ο οποίος είχε αγγελική μορφή και μελωδικότατη φωνή».
Ένας δυνατός άνθρωπος όπως δείχνουν και οι φωτογραφίες! Ένας άνθρωπος που άκουγε από τον κόσμο όλο μόνο ευχές. «Να ‘σαι καλά παπά μου, τα χεράκια σου ν’ αγιάσουνε»… «Ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων …» όπως τον αποκάλεσε ο μακαριστός Μητροπολίτης Σπυρίδων. Ένας δυνατός, ρωμαλέος άντρας που έθρεψε έξι παιδιά και συνολικά είχε 10-12 άτομα να ταΐσει την ημέρα (δεν είχαν μισθό τότε οι ιερείς) και πήγαινε και δούλευε στο χωράφι. Τέτοια ρώμη είχε που έλεγαν ότι το λισγάρι με τη δύναμη που το έσπρωχνε, έμπαινε το μισό μέσα στη γη. Είχε μια πολύ καλή πρεσβυτέρα, συμπαραστάτη του σ’ όλη τη ζωή. Στην εποχή της ήταν δασκάλα στον Έμπωνα και από 20 χρονών κοπέλα που έγινε παπαδιά, έβαλε το μαντήλι και δεν το έβγαλε ποτέ.
Άλλαξε ενορία πήγε και έφτιαξε την εκκλησία του Αγίου Φανουρίου και πέρασε από δίκη γι’ αυτό! Πήγε για μερικά χρόνια εφημέριος στον Αϊ Φανούρη και λυπήθηκαν πολύ οι Νιοχωρίτες. Ο φτωχόκοσμος όμως του Κάστρου που ήταν ταλαιπωρημένος από τους βομβαρδισμούς και την πείνα του πολέμου τον αγκάλιασε και γυναίκες και άντρες του εξομολογούνταν τα βάσανά τους και ζητούσαν τη βοήθειά του. Και όλοι ευχαριστούσαν τον Άγιο Φανούρη που τους φανέρωσε τέτοιο παπά να τους λειτουργεί και να θεραπεύει τα βάσανα της φτωχολογιάς. Κατά προτροπή του Μητροπολίτη Απόστολου, έψαξε χώρο για να γίνει εκκλησία και κατέληξε στο σημερινό ναό του Αγίου Φανουρίου που οι Τούρκοι τον είχαν κάνει αποθήκη και στάβλο. Αφού καθάρισε το ναό, στα μέσα Μαΐου του 1945 αποφάσισε να τελέσει την πρώτη θεία λειτουργία. Κάποιοι Συμιακοί που έμεναν εκεί γύρω, από τη χαρά τους πήγαν κι έκλεψαν από Εγγλέζικο αγκυροβολημένο πολεμικό πλοίο δύο καμπάνες και το πρωί με το που άρχισε ο παπάς τη λειτουργία αρχίζουν το μπαμ -μπουμ, χαλούσε ο κόσμος.
Τούρκοι, αλλά και οι Εβραίοι που έμεναν στην περιοχή θεώρησαν ότι οι χριστιανοί ήθελαν να προκαλέσουν την αντίδρασή τους, για να τους εξολοθρεύσουν. Τελειώνοντας ο παπάς-Κυριάκος τη Θεία Λειτουργία έκανε αυτό που του είπε ο Απόστολος, ο οποίος πιθανότατα κάτι περίμενε ή κάτι φοβότανε. Πήγε και κρύφτηκε στο χωριό του, τη Βιλανόβα. Μετά από μία ώρα πήγε το περιπολικό με την Εγγλέζικη χωροφυλακή, τον πήρε και τον οδήγησε στο δικαστήριο για την αυτόφωρη διαδικασία. Στην αίθουσα του αγγλικού δικαστηρίου βρισκόταν ο Χότζας, και προσωπικό του τουρκικού προξενείου. Η κατηγορία ήταν ότι οικειοποιήθηκε ξένο ακίνητο. Όταν είδαν ότι με τις χειροπέδες ήταν ο παπα-Κυριάκος πετάχτηκε πάνω πρώτα ο Χότζας, αλλά και οι υπόλοιποι και είπαν «χαλάλι του, του τη χαρίζουμε γιατί αγαπά και θεραπεύει τους Οθωμανούς όπως τους χριστιανούς και καλύτερα…». Στο ναό του Αγίου Φανουρίου έμεινε μέχρι το 1960 και ξαναγύρισε στα Εισόδια της Θεοτόκου, αφού οι κάτοικοι του Νιοχωριού συγκέντρωσαν εκατοντάδες υπογραφές για να ξαναγυρίσει ο παπάς τους. Οι κάτοικοι του Αγίου Φανουρίου κρατούσαν βάρδιες για να μην πάει να πάρει τα λιγοστά του άμφια από την εκκλησία και πήγανε ξημερώματα τα παιδιά του και τα πήρανε. Μέχρι που κοιμήθηκε παρέμεινε εφημέριος Νιοχωριού.
Προσέφερε βοήθεια σε μωράκια μέχρι μεγάλους, από γιατρούς μέχρι πολύ φτωχούς χωρίς ποτέ να παίρνει λεφτά! Ο παπάς προσέφερε αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες του χωρίς ποτέ να δεχτεί ούτε μία δραχμή. Δώρα του φέρνανε όταν γίνονταν καλά. Ένα τυράκι, ένα μπουκάλι κρασί, δύο κιλά φασόλια από την Κατταβιά, ένα μπουκάλι λάδι όταν δούλευαν οι λαδόμυλοι… Έβγαζε το ράσο, κι έμενε με το αντερί (ζωστικό) για να διορθώσει το πρόβλημα γιατί ήταν φαρδιά τα μανίκια. Τα μωρά ήταν… ειδικότης του. Στην αυλή του σπιτιού είχε καναρίνια, μια εποχή πήγανε εκατό. Έλεγε λοιπόν στα μωρά και στα παιδάκια «κοίτα το καναρίνι εκεί πάνω…» και με το που γυρνούσαν «τσακ « το χέρι, κι έμπαινε στη θέση του.
Υπήρξαν όμως περιστατικά της προσφοράς του που προκάλεσαν τότε το… σύστημα! Ποιο ήταν το αποκορύφωμα; Έκανε μια μικροεπέμβαση ο ίδιος, κι ενώ ξυπνούσε από τη νάρκωση ακούει το γιατρό, το Μανόλη Σταματιάδη, πατέρα της Κλυτίας, που του την έκανε, να σχολιάζει βλέποντας την ακτινογραφία μιας γυναίκας, επώνυμης Ροδίτισσας του Νιοχωριού «αυτό το πόδι δεν μπορεί να το κάνει κανείς καλά, ούτε ο παπάς που φημίζεται…». Ο παπάς λοιπόν πήγε στο σπίτι της κοπέλας να τη δει. Έπιασε το στρώμα, το σημάδεψε με το ταψί, έκοψε το στρογγυλό κομμάτι ώστε να υπάρχει η τρύπα, κι έβαλε λεκάνη από κάτω για να ουρεί και ν’ αερίζεται για να μην κάνει πληγές από την κατάκλιση, κι αφού την έβαλε στο κρεβάτι τράβηξε το πόδι και το έβαλε στη θέση του, γέμισε δύο νάιλον γυναικείες κάλτσες με άμμο, τις τοποθέτησε ώστε να έχει ακίνητο το πόδι και στις 25 μέρες τη σήκωσε πάνω. Στην αρχή την κράτησε για να κάνει μερικά βήματα, άλλη μέρα της έδωσε μια καρέκλα για να περπατήσει, δεν υπήρχαν τότε τα «πι», μετά μπαστούνι, κι ύστερα πια δεν χρειαζόταν τίποτα. Από το γεγονός αυτό και κάποια άλλα σημαντικά που προηγήθηκαν και δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν οι γιατροί, άρχισε ο Γολγοθάς του παπά. Τη γυναίκα αυτή τρία Νοσοκομεία, της Ρόδου, της Λέρου που φημιζόταν για τα ορθοπεδικά και το νοσοκομείο Βούλας, της έλεγαν ότι πρέπει να χειρουργηθεί.
Ο παπάς την έκανε καλά με αυτοσχέδιους τρόπους και έπρεπε να τιμωρηθεί! Εναντίον του παπά ασκήθηκε αυτεπάγγελτη μήνυση για «παραποίηση ιατρικού επαγγέλματος» και έφτασε και στο ακροατήριο, όπου του επιβλήθηκε ποινή 20 ημερών. Οι εφημερίδες έγραφαν: “O σπεσιαλίστας δεν θα προσφέρει πια τις υπηρεσίες του» και « Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»! Στο ακροατήριο που οδηγήθηκε, οι δικηγόροι της Ρόδου αγόρευσαν υπέρ του. Το Μανδράκι γέμισε κόσμο που ήρθε από παντού να του συμπαρασταθεί. Τότε ο παπάς για να δείξει στους δικαστές ότι δεν χρειάζεται νυστέρια, γύψους και άλλα ιατρικά μέσα παρά μόνο τη φώτιση του Θεού, μπροστά στους δικαστές έβγαλε τα τρία του δάχτυλα από το δεξί του χέρι και είπε προς τους δικαστές «ας έρθει όποιος γιατρός θέλει να μου τα βάλει στη θέση τους…». Τα έβαλε ο ίδιος στη θέση τους, εκεί μπροστά στους δικαστές. Ο κόσμος φώναζε: «θα εξαγοράσουμε εμείς την ποινή...», αλλά ο παπάς γύρισε προς αυτούς και είπε «σας ευχαριστώ από την καρδιά μου, αυτό θα το κανονίσουν τα παιδιά μου…». Απευθυνόμενος δε προς τον πρόεδρο του δικαστηρίου του είπε: «Αν θέλεις να σταματήσω, στείλε ένα χωροφύλακα έξω από το σπίτι μου να διώχνει τον κόσμο. Γιατί και τώρα να πάω να βρω κάποιον να με περιμένει, θα τον βοηθήσω…».
Κι ο δικαστής του ζήτησε συγχώρεση! Έξι μήνες μετά ζήτησε τον παπά στο σπίτι ένας κύριος, που είχε μαζί του δυό μικρά παιδάκια. Ήταν ο δικαστής, που έφευγε με μετάθεση. Βάζει τα παιδιά του να του φιλήσουν το χέρι, γονάτισε κι ο ίδιος, πήρε το χέρι του το φίλησε και του είπε: «Έχω την κατακραυγή του κόσμου για την απόφασή μου, θέλω να με συγχωρήσεις πριν φύγω με μετάθεση… Δεν φταίω εγώ, φταίει ο νόμος...».
Όμως ο παπα Κυριάκος χτυπήθηκε κι από μεγάλες δυστυχίες, έχασε δύο γιους! Είχε τη μεγάλη δυστυχία να χάσει δύο γιους του το 1969 και το 1972. Τον Αναστάσιο και τον Παναγιώτη σε ηλικία 46 χρονών ο ένας και 47 ο άλλος. Αυτό τον κατέβαλε πολύ. Θέλω σ’ αυτό το σημείο να σημειώσω και παράλληλα να ευχαριστήσω τον σεβασμιότατο Μητροπολίτη Ρόδου κ.κ Κύριλλο, ο οποίος μου έδωσε την άδεια, μόλις το αποφασίσω να μεταφέρω τα οστά του στον Ιερό Ναό Εισοδίων της Θεοτόκου Νιοχωρίου, σε κατάλληλη θέση που θα επιλεγεί και θα κατασκευαστεί οστεοφυλάκιο. Ήταν ένας καλός άνθρωπος, για εμένα, ο Θεός ξέρει καλύτερα. Ούτε τα οφίκια, τις φορές που πήρε διακρίσεις, ούτε οι τιμές και οι δόξες στη γη τον κολάκεψαν. Έλεγε «να είμαστε καλοί και ο Θεός θα μας ανταμείψει...»!
Κατεβαίνοντας απ’ το χωριό, διάβαζα μιας φίλης – γνωστής, ένα
ημερολόγιο.
…Τότε, μας πήγαν εκδρομή στην Επισκοπή, έγραφε και με πήγε
πίσω, στα 8 μου.
Είχα πάει κι εγώ, με σχολείο του Βόλου.
Είχα και μια φωτογραφία…
Τι σύμπτωση!
Το λεωφορείο σταμάτησε. Στενός ο δρόμος, αναγκάστηκα να
κοιτάξω έξω.
Βρίσκομαι στην Επισκοπή! Τι σύμπτωση! Κλικ έκανε η μηχανή,
με «πονάς», άκουσα να λέει μια πονεμένη φωνή της ψυχής μου.
Ήξερα, γιατί δεν είχα ξαναπάει, εκεί, ποτέ μου! Δεν ήθελα να
δω το σημείο που αυτοκτόνησε ο Κωστής. Πονούσε, άνοιγε μαύρα κεφάλαια.
«Αύριο, αν τα καταφέρω αύριο, Παναγιά μου, θα ‘ρθω!» είπε η
ίδια φωνή, μέσα μου, κάπως πιο δυνατή.
…Ήρθε το αύριο, δηλαδή 15 Αυγούστου 2016
Και βρέθηκα εκεί, με
αγώνα… παρά 7 λεπτά… Άργησα… Βρήκα κλειδωμένα, ημέρα της γιορτής της…
Δεν με ήθελε;
…Απ’ έξω, λοιπόν, οι Προσευχές και οι αναμνήσεις.
Περνούσαν Ι.Χ. άλλοι κατέβαιναν, με ρώταγαν, έφευγαν,
λέγοντας διάφορα…
«Πεινάσαν οι παπάδες, έπρεπε να πάνε για φαί. Τι ώρα γράφει
ότι χωνεύουν;»
Διάφορα τέτοια. Ντρεπόμουνα, έσκυβα κεφάλι. Δεν ήμουνα η
κατάλληλη για ν’ αντέξω τα βόλια θυμωμένων.
«Μέρα της γιορτής Της,
δεν υπήρχε εύκαιρος ένας παπάς, να μείνει ανοιχτά και το μεσημέρι; Τόσος
δρόμος, κι ύστερα λένε, δεν έχουν λεφτά για τις Αγιογραφίες!»
Γκλουπ! Πού να κρυφτώ, Παναγιά μου, να μην φαίνομαι; Να μην
ακούω;
Σύρματα παντού.
Δεν τα πλησίαζα πολύ, κι όμως, μάτωνα…
Βρήκα τρόπο κι έφυγα, όταν στυλώθηκαν καλά τα πόδια μου.
Όχι, δεν θα περίμενα ως τις 5. Ο χρόνος μου ήταν κυνηγημένος. Ήμασταν σε διακοπές
του άντρα μου, κι εγώ έφυγα εκτάκτως για δουλειές. Έπρεπε να γυρίσω κοντά του,
εγκαίρως.
Δέχτηκε την Προσευχή μου η Παναγιά και το ξέρω.
Φωτογραφίες ανεβαίνουν στο ΝΟ 3
Λόφος Επισκοπής Βόλου - Παναγία 15/8/16
***
¨ηταν στα ΠΡΟΧΕΙΡΑ, φώτο ακυρώθηκαν, 4ωρο ξενύχτι χάθηκε απ' τον μπλόγγερ, με ένα: ΩΠΑ, κάτι πήγε στραβά...
Κράτησε καναδυο και τις έκανε βιντεάκι, μαζί με το φφφφφφφφφφφφυσικό αέριο!
Πάω να το βρω, να το φέρω, συνιστώντας να μην κρατάτε ΠΡΟΧΕΙΡΑ!
Όχι, δεν θα ξανακάνω τον κόπο, να τις ανεβάσω!
...Δεν ξέρω να το βρω. Τα έχω αναγνώσει λέει, μού δείχνει μόνο τα σχόλιά μου στο γιουτιουμπ.
¨οτι θέλει κάνει, ότι θέλω κι εγώ, κάνω.
Αν προλάβαινα, θα ήταν κι αυτό, θέμα της κουβέντας μου, σήμερα... Γι' αυτό, κόπυ:
Βίκτωρος Ουγκώ, Οι Άθλιοι (απόσπασμα)
ΣΤ΄.
Προτού να ξημερώσει, ο Γιάννης Αγιάννης εξύπνησε.
Ο Γιάννης Αγιάννης γεννήθηκε από φτωχούς γονείς, χωρικούς μιας βορεινής επαρχίας της Γαλλίας.
Παιδί δεν είχε μάθει γράμματα. Άντρας πια έκανε τον κλαδευτή στην πολίχνη Φαβερός.
Ο Γιάννης Αγιάννης είχε χαρακτήρα όχι βέβαια σκυθρωπό αλλά
μελαγχολικό, όπως όλοι οι μαλακοί άνθρωποι· οπωσδήποτε πνεύμα κοιμισμένο
και άσημο, τουλάχιστον όπως φαινότανε.
Πολύ μικρός ακόμη έχασε τους γονείς του. Η μητέρα του πέθανε από
επιλόχιο πυρετό, που δεν τον προσέξανε. Ο πατέρας του, κλαδευτής κι
αυτός, σκοτώθηκε πέφτοντας από ένα δέντρο.
Άλλος συγγενής δεν είχε μείνει στο Γιάννη, παρά μια αδελφή μεγαλύτερή του, χήρα μητέρα εφτά παιδιών, αγοριών και κοριτσιών.
Αυτή, όσο ζούσε ο άντρας της είχε τον μικρό της αδελφό στο σπίτι της και τον έτρεφε.
Πέθανε έπειτα ο άντρας της. Το μεγαλύτερο από τα εφτά της παιδιά ήταν οχτώ χρονών το δε μικρότερο ενός χρόνου.
Ο Γιάννης εικοσιπέντε χρονών τότε, αντικατέστησε τον πατέρα και υποστήριξε τώρα κι αυτός την αδελφή του που τον είχε αναθρέψει.
Αυτό δε τόκαμε ο Γιάννης απλούστατα, σαν καθίσαν, αν και κάπως σκυθρωπά.
Τα νιάτα του φτωχού σπαταλιόνταν έτσι σε δουλειές βαριές που
πληρωνόντουσαν άσχημα. Δεν ακούστηκε ποτέ νάχε πιάσει στον τόπο καμιά
φιλενάδα. Δεν είχε καιρό να φροντίσει γι' αυτό.
Κάθε βράδυ ερχότανε στο σπίτι κουρασμένος κι έτρωγε τη σούπα του χωρίς να λέει λέξη.
Πολλές φορές,
Σε μια μέρα θα αδειάσει η Αθήνα και όλοι στα χωράφια θα σκοτώνονται για
μια πατάτα.Πρόβλεψη του Μητροπολίτη Καντιώτη για την πείνα στην Ελλάδα
και στον κόσμο.Κοσμάς ο Αιτωλός θα ρθει μέρα που μια χούφτα χρυσάφι ,μια
χούφτα αλεύρι.Προφητεία για την Ρωσία από τον Ντοστογιέφσκυ για την
πείνα στην Ρωσία και στον κόσμο.Δείτε όλο το βίντεο εδώ http://www.youtube.com/watch?v=aYEqht...
Κόλλησα εκεί, στα Άλογα, και σε άλλα, για πολλούς λόγους.
Υγ. 2. Έφερα και το Κεφάλαιο 6 της Αποκάλυψης:
Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 Oι εφτά σφραγίδες
1Kαι είδα, όταν το Aρνί άνοιξε τη μια από τις εφτά σφραγίδες, και
άκουσα ένα από τα τέσσερα όντα να λέει με φωνή που έμοιαζε με βροντή:
Έλα! 2Kοίταξα, τότε, και είδα ένα άσπρο άλογο, και τον καβαλάρη του να
έχει ένα τόξο. Kαι του δόθηκε στεφάνι και ξεκίνησε νικώντας και με
σκοπό να νικήσει!
3Kι όταν άνοιξε τη δεύτερη σφραγίδα, άκουσα το δεύτερο ον να λέει:
Έλα! 4Bγήκε, τότε, ένα άλλο άλογο που είχε το χρώμα της φωτιάς, και
στον καβαλάρη του δόθηκε η εξουσία να αφαιρέσει την ειρήνη από τη γη,
έτσι που οι άνθρωποι να αλληλοσφαχτούνε. Tου δόθηκε, λοιπόν, ένα μεγάλο
σπαθί.
5Kι όταν άνοιξε την τρίτη σφραγίδα, άκουσα το τρίτο ον να λέει:
Έλα! Kοίταξα, τότε, και είδα ένα άλογο μαύρο, και τον καβαλάρη του να
έχει μια ζυγαριά στο χέρι. 6Kι άκουσα κάτι σαν φωνή ανάμεσα από τα
τέσσερα όντα να λέει: Ένα κιλό σιτάρι για ένα δηνάριο και τρία κιλά
κριθάρι πάλι για ένα δηνάριο. Mα το λάδι και το κρασί μην τα
υποτιμήσεις!
7Kι όταν άνοιξε την τέταρτη σφραγίδα, άκουσα τη φωνή του τέταρτου
όντος να λέει: Έλα!
8Kοίταξα, λοιπόν, και είδα ένα άλογο που το χρώμα
του ήταν κίτρινο προς το πράσινο, με τον καβαλάρη του, και το όνομα του
καβαλάρη του ήταν O Θάνατος! Kι από κοντά τον ακολουθούσε ο ’δης. Kαι
δόθηκε σ αυτούς η εξουσία να εξοντώσουν το ένα τέταρτο της γης με
ρομφαία και με πείνα και με θανατικό και με κατασπαραγμό από τα θηρία
της γης.
9Kι όταν άνοιξε την πέμπτη σφραγίδα, είδα κάτω από το θυσιαστήριο τις
ψυχές εκείνων που σφαγιάστηκαν, επειδή ακολούθησαν το Λόγο του Θεού κι
επειδή έδωσαν τη μαρτυρία τους.
10Kαι τους άκουσα που έκραξαν με δυνατή
φωνή λέγοντας: Ως πότε, εσύ που είσαι ο Δεσπότης, ο ’γιος κι ο Aληθινός
δεν αρχίζεις επιτέλους να κρίνεις και να εκδικείσαι για το αίμα μας
αυτούς που κατοικούν στη γη;
11Δόθηκε, τότε, στον καθένα τους ξεχωριστά
από μια λευκή στολή και τους είπαν να αναπαυτούν για λίγο καιρό ακόμα,
ώσπου να συμπληρωθεί ο αριθμός τους και από τους συνδούλους τους και από
τους αδελφούς τους που πρόκειται να θανατωθούν, όπως κι αυτοί.
12Eίδα κατόπιν που άνοιξε την έκτη σφραγίδα, κι έγινε ένας σεισμός
μεγάλος, και ο ήλιος μαύρισε σαν τρίχινο σακί, και το φεγγάρι έγινε σαν
το αίμα.
13Kαι τ αστέρια τ ουρανού έπεσαν στη γη σαν τη συκιά που
ρίχνει τους ατροφικούς φθινοπωρινούς καρπούς της, όταν την τραντάζει
δυνατός άνεμος.
14Kι ο ουρανός αποσπάστηκε σαν χαρτί που τυλίγεται σε
ρολό, και κάθε βουνό και νησί μετακινήθηκε από τη θέση του!
15Tότε οι
βασιλιάδες της γης και οι μεγάλοι και οι στρατηγοί και οι πλούσιοι και
οι δυνατοί και κάθε δούλος ή ελεύθερος κρύφτηκαν στις σπηλιές και στα
βράχια των βουνών,
16κι έλεγαν στα βουνά και στις πέτρες: Σωριαστείτε
πάνω μας και κρύψτε μας από το πρόσωπο εκείνου που κάθεται στο θρόνο και
από την οργή του Aρνιού,
17γιατί ήρθε η Mέρα η Mεγάλη της οργής του!
Kαι ποιος μπορεί να την αντέξει; Πατήστε εδώ για να διαβάσετε το Κεφάλαιο – 7