Ταμένο blog...
στίγματα κάποιων στιγμών
και θαυμάτων

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Σημαντική προσωπική διόρθωση "ΛΑΘΟΥΣ"

...Πολλές φορές, εμείς οι άνθρωποι σκεφτόμαστε διάφορα.
Καλά κάνουμε. Γι' αυτό είμαστε άνθρωποι!
Πολλές φορές, αυτά που σκεφτόμαστε, ίσως, κάπου τα καταγράφουμε.
Καλά κάνουμε. Είναι τρόπος εκτόνωσης.
Πολλές φορές όμως, τυγχάνει... αυτά τα χαρτάκια, να γίνονται και βιβλία...
Καλά κάνουμε; Δεν ξέρω....
Εκείνο που ξέρω, είναι ότι πολλές φορές, ο άνθρωπος μετανοιώνει για πράγματα που σκέφτηκε, που είπε ή κατέγραψε...
Στο μυαλό του, στην ζωή του, στα πρόχειρα χαρτάκια του, εύκολα τα διορθώνει...
Με τα βιβλία όμως... λιγάκι δύσκολο!
Είναι κάτι που με βασανίζει και το μετάνοιωσα, εδώ και σχεδόν 3 χρόνια, για Χ λόγους, συν την άρνηση της Εκκλησίας μας, να διαβάζει τους νεκρούς, μετά την καύση τους, που ανακοινώθηκε τελευταία.
Εγώ το είχα μετανοιώσει, πολύ πριν την ανακοίνωση, δεν το είχα γράψει όμως! Έστω, εδώ! (Για βιβλίο, ούτε συζήτηση!)
Η αλήθεια είναι πως, στο βάθος, δε φοβόμουνα τα σκουλήκια, έτσι κι αλλιώς, ήξερα πως το σώμα μου θα είναι νεκρό.
Επειδή όμως, σκεφτόμουνα τα παιδιά μου και δεν ήθελα να ζήσουν αυτό το μαρτύριο (κηδεία, ταφή, μνήμα, τρισάγια, καντήλια, εκταφή, νεκροταφείο, κ.λ.π.) που έζησα εγώ με τους πολλούς νεκρούς μου, κι ομολογώ, πολύ σκληρό, γι' αυτό το σκέφτηκα, το έγραψα, προέκυψε βιβλίο και εξέδωσα, χωρίς να διορθώσω, γιατί... δεν είχα προλάβει να μετανοιώσω!

Εν ολίγοις, τώρα αποφάσισα πως, όπως όλοι οι Χριστιανοί, έτσι κι εγώ!
Όπως άντεξα εγώ, θα πρέπει ν' αντέξουν και τα παιδιά μου!
Οι δικές μου υστερίες, δεν χρειάζονται. Ένα κεράκι, όπου μπορούν, όπου με θυμηθούν, το ίδιο είναι!
Νομίζω: Θα είναι!
Κάποια πράγματα τα βρήκαμε έτσι και πρέπει να τ' αφήσουμε έτσι, ακριβώς!
Ας εξελιχτούμε σε άλλα.

Εν πολλάκις, νομίζω, δυο ήταν τα σχετικά αποσπάσματα στο βιβλίο μου, τότε, ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΔΕΝ ΙΣΧΥΟΥΝ: (τα σημεία με τα μεγάλα γράμματα)

"Για σένα χόρευαν τα πουλιά πατέρα"
Κατερίνα Δεσπότη - Σταματίου, Παπαθεοδώρου
ΗΡΑ- Εκδοτική

Απόσπασμα 1



Κεφάλαιο 2ο

Δυο μήνες μετά – Βάρδιες βαριές - Βαριά βδομάδα

Πρώτη Βαριά 
Παρασκευή 9/1 00:45 π.μ. Τι Παρασκευή είναι αυτή που μας ξημερώνει, δεν ξέρω. Βρισκόμαστε με τον παππού στη Β΄ Παθολογική, στην παλιά πτέρυγα του παλιού Νοσοκομείου του Βόλου. Δωμάτιο 150, μεσαίο κρεβάτι. Ο παππούς δίπλα μου κοιμάται εξαντλημένος. Ήρθαμε τ’ απόγευμα, γιατί είχε κένωση με αίμα. Οι νοσοκόμες της Κλινικής του Γηροκομείου το ονόμασαν επιστημονικά «μέλαινα κένωση». Οι γιατροί του Νοσοκομείου είπαν ότι δεν μπορούν να ξεχωρίσουν αν οφείλεται στον σίδηρο που έπαιρνε ή έπαθε ξαφνικά γαστρορραγία. Μακάρι να είναι απ’ τον σίδηρο. Δεν αντέχει ο παππούς καινούριες περιπέτειες. Στάθηκε παλικάρι σε όλα τα δύσκολα, μα όχι άλλα. Έλεος! Θεέ, λυπήσου τον! Αύριο τον έχουν προγραμματίσει για γαστροσκόπηση.
«Θ’ αντέξει ο παππούς την εξέταση;», ρώτησα μια νοσοκόμα.
«Αυτό είναι ένα θέμα», μου είπε εκείνη με παγερή ειλικρίνεια.
Ρώτησα κι έναν μαθητευόμενο γιατρό.
«Δεν είναι τίποτα», με καθησύχασε χωρίς να με πείσει. «Ένα σωληνάκι θα του βάλουν. Δεν πονάει».
Τώρα, κάτι μας είπες, γιατρέ! Τον ρώτησα πώς τον βλέπει, για τη γενική του εικόνα. Τον ρώτησα αν αυτό μπορεί να είναι αφορμή να πεθάνει.
«Ανάλογα. Έχει ήδη χαμηλό αιματοκρίτη -27  αν θυμάμαι καλά- θα του βάλουμε κι αίμα, μα αν το απορρίπτει ο οργανισμός του…»
Αυτό δεν το είχα υπολογίσει. Πάντως ο παππούς έχει πλήρως τις αισθήσεις του και μερικές φορές μιλάει. Το να σωπαίνει ήταν κάτι που το έκανε συχνά στην Κλινική του Γηροκομείου, ειδικά τις τελευταίες μέρες. Εκεί που νόμιζες ότι ήταν «φευγάτος» και τρόμαζες, σου μίλαγε με μια δυνατή νευρική φωνή: «Άσε με, μωρέ!» Γι’ αυτό απόψε δεν τον φοβήθηκα. Τον έχω δει και χειρότερα. Όμως, αν είναι αιμορραγία αυτό, δεν είναι καλό σημάδι. Εξαντλείται ο οργανισμός του, πόσο θα αντέξει ο άνθρωπος;
Θεέ μου, δεν ξέρω τι να σου ζητήσω. Δεν τολμάω κιόλας. Στο είχα ζητήσει τότε, που ήταν διασωληνωμένος,  Σε ντρέπομαι και Σου ζητώ συγγνώμη που παρεμβαίνω στο Θείο έργο Σου. Εσύ ξέρεις. Εσύ αποφασίζεις. Εσύ μόνο βοηθάς.
Τον αγαπάω αυτόν τον παππού. Δεν είναι πατέρας μου. Του άντρα μου είναι. Ούτε αυτός είναι λόγος για να τον αγαπώ τόσο. Δεν ξέρω γιατί. Πάντα αγαπούσα αυτόν τον άνθρωπο. Μάλλον παράπονα είχα, γιατί στην αρχή δε με ήθελε για νύφη και μετά νόμιζα πως δε μ’ αγαπούσε. Μετά τη φυγή της γιαγιάς, όμως, γνώρισα έναν άνθρωπο που με εκτιμούσε, με υπολόγιζε, με καταλάβαινε κι ίσως να μ’ αγαπούσε. Το ότι μ’ αγάπησε σαν παιδί του και μένα, το απέδειξε τότε στην ανάνηψη, που τον φώναζα και γύρισε πίσω. Ύστερα η σιωπή του, η κατανόησή του στα λόγια μου σε διάφορες συζητήσεις μας, το «κορίτσι μ’» που μ’ έλεγε, το «Ευχαριστώ» του, όταν του είπα πως ζήτησα απ’ τον Άγιο Εφραίμ να τον φέρει πίσω, όλα δείχνουν ότι μ’ αγάπησε μάλλον. Το καταλαβαίνω απ’ το σφίξιμο του χεριού του. Ποτέ δεν ήταν έτσι. Τώρα είναι το σημάδι μας. Ειδικά τις μέρες που δεν είναι καλά. Μου σφίγγει το χέρι διακεκομμένα, σαν σύνθημα. Σαν: «Σ’ ευχαριστώ», σαν «Σε νιώθω», σαν να λέει: «Εδώ είμαι. Παρών!» Όταν ήταν καλύτερα, μου το έσφιγγε για σπάσιμο και εγώ τον μάλωνα, γιατί –τάχα– είχε πολλή δύναμη και με πονούσε.
Αχ μωρέ, παππού! Αχ καλέ μου πατέρα, που έμεινες για να καλύψεις τα δικά μου κενά!
Καλέ μου παππούλη, δεν ξέρω πώς θα αντιδράσω όταν φύγεις… Ξέρω ότι σ’ αγάπησα κι ας μη βρήκα τη σωστή αιτιολόγηση στο: «γιατί». Ήταν υποχρέωση, οίκτος σε έναν άρρωστο άνθρωπο,  εγωισμός, πείσμα, Οιδιπόδειο σύμπλεγμα; Δεν ξέρω. Ξέρω ότι σε πονάω. Σε βλέπω που λιώνεις σαν το κερί και σε πονάω. Όχι, λυπάμαι, αλλά, να: Πονάει η ψυχή μου. Πώς το λένε; Νιώθω έτσι δυνατά, όπως ένιωθα τότε, όταν έφυγε η δική μου μάννα. Έχεις πολλά απ’ τα καλά της στοιχεία και μού τη θυμίζεις έντονα.
Πονούσα και τη γιαγιά την Ελένη. Την άλλη μάνα. Το Λενιώ σου, τη γυναίκα σου, μα όχι έτσι. Σας έζησα και τους τρεις σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές. Εσύ κι η Αφροδή είστε αλλιώς. Η Λενιώ σου ήταν πολύ υπερήφανη ως το τέλος. Κρατούσε το κλασικό ύφος της πεθεράς απέναντί μου, μέχρι εκείνο το ακριβοπλήρωτο «Ευχαριστώ» της. Μετά λύγισε και γκρέμισε το αόρατο τοίχος που είχε χτίσει μόνη της από τότε που με γνώρισε, κάπου στα είκοσι. Εγώ όσο κι αν προσπάθησα να τον σπάσω νωρίτερα, αν και πολλές φορές ξεγελάστηκα, δεν το κατάφερα. Ενώ άκουγα για έναν αυστηρό μπαμπά- μπαμπούλα και τώρα τελικά που σε γνώρισα, είδα έναν επισκιασμένο από τις γυναίκες του άντρα, γυναίκα και κόρη. Καλός και πονόψυχος, που γύρισες απ’ τον Άλλο κόσμο, για να μου αποδείξεις πως αγαπάς κι εμένα. Γι’ αυτό έμεινες πατέρα! Το ξέρω! Όσο εγωιστικό κι αν ακούγεται, για μένα έμεινες! Κι αν δεν είναι έτσι, άσε με να το πιστεύω, σε παρακαλώ! Το έχω ανάγκη.

2.00 π.μ. Με είχε διακόψει η νοσοκόμα που ήρθε στο θάλαμο. Μάλωσε τον παπά δίπλα που μπαινοβγαίνει στο μπαλκόνι και καπνίζει, ενώ είναι ανήσυχος κι αύριο έχει αξονική. Μπέρδευε τη γλώσσα του και ζαλίστηκε, γι’ αυτό τον έφεραν στο Νοσοκομείο. Χήρος δέκα χρόνια, με δύο παιδιά. Παπάς, απαγορευόταν να ξαναπαντρευτεί, τον πήρε από κάτω κι από τότε πήρε την κάτω βόλτα. Η μαμά του στέκεται δίπλα του, βράχος, όπως θα έκανε κάθε μάνα.
Ο παππούς ζεσταίνεται και πετάει την κουβέρτα. Γνωστό αυτό. Πάντα ζεσταινόταν. Θερμόαιμος ο παππούς.
Πλανάται μια παράξενη μυρωδιά στο δωμάτιο, μα δεν ξέρω τι να κάνω. Σίγουρα κάτι θα έβγαλε πάλι και θα ξαναβγάλει πιθανόν. Δε βρίσκω το λόγο να τον ξυπνήσω, να τον ταλαιπωρήσω, για να δω. Είναι τόσο εύθραυστος! Πριν που τον αλλάξαμε μαζί με τη νοσοκόμα, πόναγε πολύ. Εκείνη πιο ψύχραιμη, έκανε κινήσεις ειδικές, καρφί δεν της καιγόταν αν τον πονούσε. Εμένα έκλαιγε η ψυχή μου. Δεν τ’ αντέχω. Όπου και να πιάσεις, κόκαλο με πέτσα.
Αχ! Ρε παππού μου, πατέρα μου! Άλλε μου πατέρα! Ίσως εσένα σ’ αγάπησα περισσότερο απ’ τον δικό μου. Τον δικό μου δεν τον γνώρισα, δεν τον έζησα. Δεν τον θυμάμαι. Μια φωτογραφία σε μια κορνίζα αγάπησα. Ένα κομμάτι που έλειπε απ’ τις ρίζες μου. Μια απουσία. Ενώ εσένα, σε έζησα τόσα χρόνια. Λίγο βέβαια κι ίσως τυπικά, μέχρι που έφυγε η γιαγιά, αλλά μετά, έγινες η έννοια μου.

Δε θυμάμαι τι έγραφα νωρίτερα. Τι νόημα έχει η αρχή, η μέση και το τέλος, η σειρά στην αφήγηση; Αυτά ενδιαφέρουν όσους γράφουν επαγγελματικά. Όταν γράφεις για να εκτονωθείς, για να νιώσεις ότι μίλησες σε κάποιον, γιατί η νύχτα είναι μεγάλη και δεν περνάει, γιατί δεν μπορείς να συγκεντρωθείς στην Όχθη, το βιβλίο μυθιστόρημα του Γιούρι Μπόνταρεφ, που έχω μαζί μου, δε σε νοιάζει καμιά σειρά. Όταν βλέπεις πως ο παππούς βρίσκεται ήδη στην όχθη της ζωής κι είναι έτοιμος να περάσει απέναντι, δε σ’ αγγίζει η όχθη ενός βραβευμένου
μυθιστορήματος, ακόμα κι αν η ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή. Όπως όλα, έτσι και «το διάβασμα έχει τη στιγμή του».

Με το που μας έκαναν εισαγωγή και μας έφεραν στην παλιά πτέρυγα, μ’ έπιασε ψυχοπλάκωμα. Χαμηλός φωτισμός, παραμελημένο τελείως το παλιό Νοσοκομείο, σκοτεινός ο μισός διάδρομος, θύμιζε νεκροταφείο. Τότε τηλεφώνησα στον άντρα μου να μου φέρει την Όχθη κι ένα άδειο τετράδιο για να γράψω, σκεφτόμενη πως η νύχτα είναι αμείλικτη, έπρεπε να βρω έναν  τρόπο να περάσει πιο ανώδυνα.
Είναι αφόρητα εδώ μέσα. Σαν να θάψανε οι άνθρωποι τις ελπίδες τους. Σαν να θάφτηκαν μαζί και της μάννας και της άλλης μάνας, λες κι από δω, απ’ αυτή την πτέρυγα, φεύγουν οι ψυχές ευκολότερα. Έτυχε πάλι να εφημερεύει το παλιό Νοσοκομείο. Η τύχη μας. Ανάθεμά την!
-«Άντε, ρε Αύρα, αφού λένε ότι «εσύ αντέχεις στα δύσκολα». Άντε στην πρώτη γραμμή. Αφού από μόνη σου βρίσκεσαι πάντα εκεί, τι γκρινιάζεις; Απόδειξη; Δεν έκλαψες απόψε, ενώ η κουνιάδα σου έκλαιγε με μαύρο δάκρυ. Εσύ πήγες πολλές φορές να κλάψεις, αλλά ένα αόρατο χέρι σού πάγωνε το δάκρυ. Σκεφτόσουν ότι εκείνος σ’ έβλεπε ή θα σε έβλεπε. Τι θα έβλεπε; Κλαμένα μάτια; Να φοβηθεί; Να παραιτηθεί κι εκείνος; Εσένα ακούει και παίρνει θάρρος, ελπίζει. Σου σφίγγει το χέρι, με όση δύναμη τού έχει ακόμα απομείνει».
-«Ναι, γι’ αυτό δεν έκλαψα».
-«Σιγά! Ας ήταν πατέρας σου!»
-«Ναι, ας ήταν! Ας ήταν πατέρας μου, ας τον είχα κοντά και δίπλα μου τόσα χρόνια! Ας ήταν!»

2:36 π.μ. Άλλαξαν ορό, μόλις τελειώσει, θα βάλουμε κι αίμα. Μακάρι να το κρατήσεις, παππού! Αγάντα!!!

2:48 π.μ. Ειδοποίησα τις νοσοκόμες, αφού σταμάτησα τον ορό. Το θερμόμετρο έδειξε 37 και 2. Το ξαναβάλαμε. Από 37 και πάνω δε βάζουν αίμα. Πρέπει λέει να είναι κάτω από 37. Θα ξαναδούν. Θα τον ρίξουν με Abotel και μετά. Το αίμα λέει ανεβάζει τον πυρετό, οπότε πρέπει να προλάβουμε.
Αχ, παππού μου! Τι θα προλάβουμε, δεν έχω ιδέα. Τα ογδόντα χρόνια σου, τα τόσα προβλήματα της υγείας σου; Η όλη εικόνα σου, τα κοκαλάκια σου, μου ψαλιδίζουν κάθε ελπίδα.
Ο παπά Γιώργης με ρωτάει συνέχεια: «Τι ώρα είναι;» Του τη λέω. Δεν αλλάζει τίποτα. Απόψε τα ρολόγια όλα είναι ξεκούρδιστα. Πάνε με το πάσο τους.
Θα μου πεις, Πέτρα, δεύτερέ μου εαυτέ:
«Τι βιάζεσαι, Αύρα; Ζήσε αυτές τις στιγμές».
Δίκιο θα έχεις, μάλλον. Ζωή είναι να απολαμβάνεις όλες σου τις στιγμές, να τις ρουφάς, να τις γεύεσαι αμέριμνος. Ακόμα και τις δύσκολες. Κυρίως τις δύσκολες.

Κάθομαι στο διπλανό κρεβάτι και γράφω εδώ κι ώρα κι όχι δίπλα σου, γιατί με αισθάνεσαι και δεν κοιμάσαι. Με κοιτάζεις συνέχεια με απορία, με αγωνία, με λατρεία, ίσως. Δεν αντέχω αυτό το βλέμμα. Σαν να με ψάχνεις. Θολό μεν, πολλές φορές δακρυσμένο, αλλά γυρεύεις να διαβάσεις τα μάτια μου, να καταλάβεις κάτι παραπάνω απ’ ό,τι σου λέω, να δεις πώς αντιδρώ, αν αντέχω να μείνω δίπλα σου στα δύσκολα. Φοβάσαι να αποδημήσεις. Δε θέλεις. Ούτε εσύ ούτε η Λενιώ σου ήσασταν έτοιμοι ποτέ να φύγετε. Αχ, γονείς! Καλοί μου γονείς, πώς να σας εξηγήσω πως κανείς δε ζει αιώνια; Εμείς οι νέοι, σα να το ξέρουμε καλύτερα… Έχουμε δει τόσους συνομήλικους να φεύγουν πρόωρα, είτε από καρκίνο, είτε από ατυχήματα. Κανένας μας δεν ξέρει τι του ξημερώνει. Εγώ ίσως φύγω ακόμα και πριν από σένα, παππού. ΄Αγνωσται αι βουλαί του Υψίστου. Όταν οι άνθρωποι σχεδιάζουν το αύριο, ο Θεός γελάει. Αχ, ρε παππού!
Εδώ κι ώρα βάλαμε αίμα. Στο 36 μισό κατέβηκε ο πυρετός, μετά το φάρμακο. Α ρέζους θετικό έχεις, παππού. Το ίδιο μάλλον που κυλάει και στις δικές μου φλέβες και στων παιδιών μου.
Αίμα, μεγάλη υπόθεση. Σώζει ζωές. Κάποιος άνθρωπος έδωσε αυτό το αίμα, για να σωθείς εσύ απόψε. Αύριο θα δώσουμε εμείς για να αναπληρώσουμε τη φιάλη. Πρέπει να υπάρχει στοκ για ώρες ανάγκης. Αίμα! Το μόνο φάρμακο που δεν παράγεται, παρά μόνο απ’ τον άνθρωπο. Ας είναι καλά οι εθελοντές! Κι ο γιος σου, παππού, είναι εθελοντής, όπως κι ο εγγονός σου. Εγώ κι η εγγόνα σου, όμως, δεν μπορούμε. Έχουμε χαμηλό αιματοκρίτη.

Κοιμάσαι. Θέλω να σου κρατήσω το χέρι, μα μόλις με νιώθεις, ακόμα κι όταν μένω σιωπηλή στην καρέκλα, ανοίγεις τα μάτια και με κοιτάς. Μου χαμογελάς γλυκά, λάμπουν τα άσπρα δόντια σου. Ογδόντα χρόνων κι έχεις ακόμα τα υπέροχα, δικά σου δόντια!

3:24 π.μ. Ο παπάς φαίνεται ανήσυχος. Σηκώθηκε. Πρότεινε στη μάνα του να φορέσει εκείνη το οξυγόνο! «Εγώ, δεν έχω τίποτα», λέει εκείνη. «Εσύ είσαι άρρωστος!» Τώρα σηκώθηκαν κι οι δυο. Ο γιος τράβηξε για νευρική βόλτα στον σκοτεινό διάδρομο.
«Τι ώρα είναι;», ρωτάει πάλι, αφού ξάπλωσε.
«3 και 30», του απαντάω.
«Ακόμα;»
«Ακόμα».
Η μάνα του ήρθε προς το μέρος μου:
«Τι γράφεις συνέχεια εσύ;»
«Α, γράφω και μετά βγάζω βιβλία, άμα λάχει!» της αποκαλύπτω, σαν να κορόιδευα τον ίδιο μου τον εαυτό.
«Και τι βιβλία γράφ’ς;»
«Διάφορα».
Τι να της πω; «Τώρα γράφω για τον παππού, μόλις, έγραψα και για σένα;»
Κιχ δεν έκανα.
«Και ποιος σου είπε, κυρά μου, ότι εγώ σου επιτρέπω να γράψεις για μένα;», θα με ρώταγε. Και με το δίκιο της η γυναίκα. Τι να της έλεγα; «Αφού συναντηθήκαμε απόψε, θες δε θες, συμμετέχεις στη ζωή μου, παίζουμε στην ίδια σκηνή, δεν μπορώ να μη γράψω και για σένα!»

Εντάξει. Δε θα γράψω όσα μου εμπιστεύτηκες, μα το ότι στέκεσαι  βράχος δίπλα στον γιόκα σου, να μην το πω; Εσύ του μεγάλωσες τα παιδιά. Μάνα ήσουνα και θα είσαι. Κι ο παπάς παιδί είναι. Και τι παιδί! Πολύ ζωηρός απόψε. Του πήρες το παιχνίδι του που είναι το τσιγάρο. Τον μαλώνεις, φοβάσαι γι’ αυτόν, κι αυτός δεν ακούει τίποτα. Θέλει το τσιγαράκι του, θέλει μπαλκόνι, του φέρνει δύσπνοια το οξυγόνο και το ξερνάει. Έτσι αντιδρούν τα παιδιά. Ζωντανά και ζωηρά πλάσματα, αντάρτες. Μακάρι η λαχτάρα σας να είναι μέχρι εδώ. Να φύγετε αύριο. Να πάτε σπίτι σας και να είστε καλά! Οι γεροί άνθρωποι, δεν τα σηκώνουν τα Νοσοκομεία.
Έλεγα, έλεγα, τι έλεγα; Ή καλύτερα, τι έγραφα νωρίτερα; Μ’ αρέσει πάντα να ξεφυλλίζω προς τα μπρος τα τετράδια. Μουτζουρώνω σελίδες και μόλις γεμίσουν πηγαίνω σε καινούργιες, λευκές. Μη μου πεις να γυρίσω πίσω. Παθαίνω κάτι σαν την τουαλέτα. Τραβάω καζανάκι και φεύγω. Σα να μη θέλω να δω αυτά που έβγαλα. Σα να μη θέλω να δω αυτά που έγραψα. Σα να είναι περιττά και τ’ αφήνω πίσω μου. Αυτό είναι το γράψιμο για μένα. Ένα άδειασμα, ένα ψυχικό ξαλάφρωμα, ψυχοθεραπεία!!!
Τώρα θα μου πεις, απ’ αυτό το ξαλάφρωμα γεννήθηκαν κάποια βιβλία. Καλώς ή κακώς, έγιναν. Πάντως με αποκάλεσαν και «συγγραφέα!» Εύκολο μου φάνηκε. Κι εγώ έκρυβα τα ημερολόγιά μου! Ντρεπόμουνα! «Όποιος εκδίδει», λέει, λέγεται «συγγραφέας!» Κούνια που σας κούναγε! Κι όσοι γράφουν, αλλά δεν εκδίδουν -εύκολο είναι;- τι είναι άραγε;
-«Τι έχεις πάθει, Αύρα; Βρομόστομα εσύ; Πόσο άλλαξες; Κι ο παππούς δίπλα, κοντά στην όχθη;»
-«Πέτρα έγινα. Αυτό. Ναι, άλλαξα, για ν’ αντέξω. Αν άφηνα την παλιά ευαίσθητη Αύρα να κάνει κουμάντο εδώ απόψε, θα ήταν πολύ δύσκολη η νύχτα. Ενώ, τώρα…»
Κοιμήσου, παππού, να ξεκουραστείς. Νύχτα είναι ακόμα. Σου βάλαμε αίμα, έννοια σου, αύριο θα έχεις δυνάμεις να μου ιστορήσεις πάλι τα όνειρά σου με το νι και με το σίγμα.
«Πού πας πάλι; Δεν πρόκειται να σ’ αφήσω», λέει η μάνα στον παπά.
«Να πάω στην τουαλέτα».
«Τι να κάνεις;»
«Ν’ ανάψω ένα τσιγάρο».
«Δεν θα κάν’ς άλλο τσιγάρο. Πάρ’ το χαμπάρ’!»
«Αϊ σιχτίρ απού κει!»
-«Σιχτίρ;» Παπάς άνθρωπος; Κι ύστερα μου λες για την Αύρα;

Ζεσταίνεται ο παππούς. Πετάξαμε την κουβέρτα. Τον ενοχλεί το σεντόνι.
Όχι, παππού μου! Όχι! Εγώ φοράω μπουφάν, έχω παγώσει. Νιώθεις ζέστα μέσα σου, μα δε θα πάμε από πνευμονία. «Όχι!» θα πάρεις κι εσύ από μένα. «Όχι!», παππού μου. «Όχι!,» πατέρα μου!

3:50 π.μ. Όταν ήσουνα στην Κλινική του Γηροκομείου, είχες δει ένα όνειρο: Ήταν, λέει, μια λίμνη ακύμαντη κι εσύ κινδύνευες να πνιγείς. Έτρεξαν όμως πολλοί γύρω σου και σε έσωσαν. Αυτό μου είχες πει ότι ήταν το πρώτο όνειρο. Άλλη μέρα, όμως, είδες το ίδιο ακριβώς όνειρο με μια παραλλαγή: Κινδύνευες πάλι να πνιγείς στην ίδια λίμνη και μόνο εγώ έτρεξα να σε σώσω. Τα νερά ήταν πάντα γαλήνια. «Καθαρά, τόσο καθαρά!» μου είχες πει. Δεν σε είχα ρωτήσει τότε για τα πρόσωπα του άλλου ονείρου, ούτε έδωσα εξήγηση για το δεύτερο. Έκανε τζιζ το θέμα. Όχι το όνειρο. Η αλήθεια.
Πέρασε καιρός όμως, από τότε. Τώρα στο ξύπνιο μας βλέπουμε όλοι μας πως τα νερά φουρτούνιασαν και, αν και τρέχουμε όλοι να σε σώσουμε, δε θα τα καταφέρουμε. Ούτε ξέρουμε αν έχει νόημα πια να σωθείς… Αν είναι να βγεις έτσι στη στεριά, πνιγμένος, νεκρός-ζωντανός, δεν έχει νόημα.

Μόνο τα χείλη σου έβρεξα πάλι, παππού. Δεν κάνει. Υπομονή. Το ξεροβήξιμό σου είναι το σύνθημα: «Θέλω νερό». Το έκανες και στο Γηροκομείο, ακόμα κι όταν μιλούσες. Τελευταία έπινες πολύ νερό και σου έλεγα: «Πρώτα φαΐ. Δε θα γεμίσουμε την κοιλιά με νερό!» Εσύ
όμως, έκανες κλουζαβιές. Ξερόβηχες, για να πιεις κι άλλο, κι άλλο… Κάθε φορά που κόλλαγε το μυαλό σου στο ότι δεν ήπιες, ότι χόρτασες, ότι έφαγες πολύ, ότι κάτι έχει το ποτήρι, σαν την μάννα. Που της πήγαινα νερό και δεν ήταν νερό. Που ήταν βρόμικο ή τρύπιο το ποτήρι.
Αχ, ρε παππού, του άντρα μου πατέρα!
Το αίμα στάζει αργά-αργά. Τακ, τακ, τακ. Το αίμα αυτό σου δίνει ζωή. Ήδη ζωντάνεψες, κινείσαι.
Στο άλλο το όνειρο είπες, κάνατε συμβούλιο, ήσουνα πρόεδρος κι αποφασίσατε ότι ο Θανάσης θα κατέβαινε στην πρώτη στάση, εσύ στη δεύτερη, στην ευθεία, μετά τη μεγάλη στροφή.
Πριν από κάποιες μέρες έφυγε άλλος ένας συγχωριανός σου, ίσως και φίλος σου. Δεν τους ξέρω όλους καλά. Ίσως να ήταν ο Θανάσης.
«Πού θα πηγαίνατε, παππού;»
«Στην Αγία Παρασκευή!»
«Τι είναι η Αγία Παρασκευή;»
«Νεκροταφείο».
«Τι θα κάνατε εκεί;»
«Έχουμε πολλές δουλειές…»
«Τι δουλειές έχετε και τι συμβούλιο κάνατε για το Νεκροταφείο; Υπάρχει πρόεδρος για κει;»
«Πώς δεν υπάρχει;»
«Τι δουλειά έχετε, βρε παππού, εκεί;»
«Τι θα κάναμε; (εδώ μου χαμογέλασες πονηρά) Ό,τι κάνουν όλοι οι πεθαμένοι!»
«Τι λες, ρε παππού, τώρα;»
Εγώ έπιανα τα μηνύματα, μα έκανα το κορόιδο. Ώσπου είδα ότι  μπλεκόμουνα κι εγώ στο σχέδιο.
«Κι εσένα, πρώτ’ θέσ’!»

«Τι λες; Κι εμένα εκεί;»

«Ναι! Πρώτο βραβείο!»

«Ευχαριστώ, παππού! Ξέρω ότι μ’ αγαπάς και μ’ έχεις πρώτη θέση στην καρδιά σου», σου είπα, αλλά, να την πω την αλήθεια μου, φοβήθηκα! Από μέσα μου σκεφτόμουνα: «Δε μ’ αφήνεις, ρε παππού, να ζήσω; Έχω μικρά παιδιά και πολλά όνειρα ακόμα. Έτσι κι αλλιώς, εγώ θα πάω στο χωριό μου. Δε θα έρθω στο δικό σου. Δε θα είμαστε παρεούλα δίπλα δίπλα. Εσύ θα αράξεις κοντά στη Λενιώ σου κι εγώ κοντά στη μάννα. Ή άμα έχουνε λεφτά τα παιδιά, θα με κάψουνε, να με σκορπίσουνε πάνω στο Πήλιο, να γίνω λίπασμα για τα κυκλάμινα του βουνού και άμα δε βαριούνται και τους περισσέψει λίγη στάχτη -γι’ αυτό δεν κάνω δίαιτα-, θα σκορπίσουν λίγο στη θάλασσα, κοντά στα βράχια της Ελίτσας στο Πουρί, που μια καρδιά πέτρα σαν τη δική μου, σκίστηκε στα δύο, δίπλα στο εκκλησάκι των Αγίων Πάντων. Εκεί που πηγαίνω συνήθως τα καλοκαίρια, κάνω τα μπανάκια μου κι ανάβω τα καντηλάκια, για να μη νιώθουν μόνοι τους οι Άγιοι κι η Παναγιά με τον Χριστό τη νύχτα».

Πολλά σκέφτηκα, μα δε σου τα είπα. Δε σου τα έλεγα κι εγώ; Θα ξαλάφρωνα. Τώρα τα κουβαλάω και τα αδειάζω εδώ χάμω. Τι φοβήθηκα; Μήπως με παρεξηγούσες; Να τώρα που γέμισε πάλι η σελίδα.

Και, ναι! Δε γυρίζω προς τα πίσω. Θυμάμαι πού έμεινα, παρόλο που τελευταία ξεχνάω πολύ. Ίσως είναι θέμα επιλεκτικής μνήμης. Επιλέγει το μυαλό τι θέλει να κρατήσει. Φταίει το ότι θέλω να γράψω πολλά. Γι’ αυτό ξεφεύγω. Στο «Γηροκομείο» στάθηκα, ήθελα να γράψω, να
αναπτύξω, αλλά δε βγαίνει. Το αφήνω να προκύψει αβίαστα. Αυτό λέγεται ψυχογράφημα. Έτσι καταλαβαίνει ένας ψυχολόγος πολλά, βγάζει το τελικό του πόρισμα.
Πάνω στη στροφή -για να μην ξεστρατίζω τελείως απ’ το δρόμο μου-, εσύ κοίταζες στην πόρτα του θαλάμου τον Θανάση.
«Πού, παππού;»
«Στην πόρτα. Τον βλέπεις;»
«Όχι, παππού. Δεν τον βλέπω. Γιατί; Σου είπε τίποτα; Σου είπε να μη μου πεις τι συζητήσατε στο συμβούλιο;»
«Όχι. Δεν μ’ είπε τίποτα, αυτά τα θέματα καλά είναι να μην τα αναφέρω. Δεν κάν’. Εγώ μονάχα σε σένα τα εξομολογούμαι».
«Σε μένα μόνο να τα λες, παππού. Εγώ τα καταλαβαίνω…», σου είπα τότε.
Πόσα δεν είπαμε τόσον καιρό στα Νοσοκομεία και στο Γηροκομείο! Όσα δεν προλάβαμε μια ολόκληρη ζωή.
-«Δεύτερο κλικ, μα δε θα το αναπτύξεις εδώ, γιατί σε πονάει ακόμα το θέμα «Γηροκομείο», Αύρα!»

4:55 π.μ. Τα γεγονότα δεν προλαβαίνουν τη γραφή. ΄Ολα μπερδεμένα τα γράφω. Τώρα σού αλλάξαμε τη φλέβα, γιατί δεν έτρεχε το αίμα. Είχα ειδοποιήσει πολύ νωρίτερα τη νοσοκόμα, το κούνησε, λύγισε το σωληνάκι, -το είχα προσπαθήσει κι εγώ νωρίτερα - έτρεξε δυο σταγόνες, ξαναβούλωσε.
«Έπρεπε να το φανταστώ», είπε η κοπέλα, όταν είδε μετά τη βουλωμένη φλέβα, τον άλλαξε και ξανά σταμάτησε.
Αχ, ρε παππού! Άντε να ξημερώσει να δούμε τι μας περιμένει.
 


Απόσπασμα 2


Έβδομη Βαριά

14 Γενάρη 2009 Ίδιο βράδυ, 21:36
Μην αντιστέκεσαι άλλο, παππού μου. Φύγε. Φύγε, σε παρακαλώ! Δεν έχει νόημα να μένεις πια εδώ. Παλεύεις συνέχεια κι έπαθλο δεν υπάρχει. Δεν έχει νόημα πια. Είσαι ένα νεκρό σώμα με ζωντανή ψυχή. Το σώμα σου έχει μυρίσει πολύ. Βιάσου, μη μυρίσει κι η ψυχή σου. Γρήγορα. Εγώ ήδη πήρα τη μυρωδιά σου. Τόσες ώρες, μαζί…
Το μεσημέρι μπήκα στο ταξί για το σπίτι. Κάποια στιγμή ένιωσα έντονα την πτωμαΐλα. Ντράπηκα. Φοβήθηκα μην τη μυρίσουν κι άλλοι, γιατί ο ταξιτζής πήρε και μια άλλη γυναίκα στη διαδρομή για το σπίτι. Δεν ήξερα πού να κρυφτώ, ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί…. Πήγα στο σπίτι και την ένιωσα ξανά αυτή τη μυρωδιά. Έτρεξα στον υπολογιστή. Όχι για να δω τα μηνύματά μου, ούτε το blog και τους φίλους μου, αλλά για να ψάξω στο Google. Ήθελα να δω αν υπάρχει πράγματι τέτοιο άρωμα ή εγώ τρελάθηκα. Στην αναζήτηση ζήτησα «πτωματίνη», γιατί το πτωμαΐλα κατάλαβα ότι θα είναι χωριάτικη έκφραση, καθότι από χωριό, και μάλιστα απ’ τη Ζαγορά! Μου έβγαλε κάτι που παρέπεμπε στα blogs και κάποια παιδιά έλεγαν την έκφραση για να δείξουν την κούρασή τους. Αναζήτησα «πτωμαΐνη», γρήγορα βρήκα την απάντηση.
«Πτωμαΐνη είναι μια τοξίνη που αναδύεται από σώματα νεκρών ζώων που βρίσκονται σε αποσύνθεση. Υπάρχουν διαφόρων ειδών», έλεγε. Δεν τα θυμάμαι. Ανθρώπων δεν έγραφε! Γιατί;.
Κάπου εκεί ένιωσα ότι είμαι καλά στα λογικά μου και το χάρηκα. Μετά, όμως, μπήκα στο μπάνιο κι έτριβα, έτριβα, έκλαιγα κι έτριβα με μανία, κοκκίνισε το δέρμα μου. Όλα μου τα ρούχα τα έβαλα σε μια σακούλα και τα έβγαλα έξω στο μπαλκόνι.
Θέλουν ειδικό πλύσιμο, παππού.
Μετά βυθίστηκα σε λήθαργο. Δεν ξέρω αν έφυγε από πάνω μου αυτή η μυρωδιά, πάντως, όταν ξύπνησα, φόρεσα καθαρά ρούχα κι έστρωσα πάλι καθαρά σεντόνια με άρωμα λεβάντα.
Καλέ μου, παππού, δεν το θέλω αυτό το άρωμα. Δε μου πάει. Είμαι ζωντανός άνθρωπος. Είμαι στα σαράντα εννιά, κοντά είν’ και τα πενήντα, μα θέλω να μυρίζω θηλυκό. Μη μου το κάνεις αυτό. Πάρε μακριά μου αυτό το άρωμα. Δε μου πάει. Δε δένει με το χαμόγελό μου, ούτε με τη ζωντανή ψυχή μου. Με νιώθεις έστω και λίγο, παππού; Με καταλαβαίνεις, άραγε;
Το είπα στον άντρα μου, όταν μ’ έφερνε κοντά σου. Στην αρχή πήγε να νευριάσει:
«Τι χαζομάρες μου λες;»… και τα λοιπά και τα λοιπά. Μόλις του είπα, όμως, πως έχω για απόδειξη το Google, μου είπε:
«Δε μυρίζεις τίποτα σε μένα!»
-«Ευτυχώς! Αυτό, δα, σου έλειπε, Αύρα!»


10:05 …Σου έβαλα μπόλικη κολόνια, παππού, τώρα, πριν ξανααισθανθώ τη μυρωδιά. Κρύψ’ την παππού, δεν την μπορώ, απόβαλέ την από πάνω σου! Είναι μια δυνατή κολόνια που τη φόραγε ο γιος μου.
(Μη σε ξαναδώ μ’ αυτή την κολόνια, γιε μου, θα στην πετάξω! Δε θέλω να ξαναθυμηθώ αυτό το άρωμα, όσο καλή κι αν είναι).

Σου έβαλα στα χέρια, στο μέτωπο, στο λαιμό, στο στήθος σου. Θέλω να μοσχοβολάς, παππού, να μπορώ να σ’ αγκαλιάζω ελεύθερα. Θα την πετάξω την υπόλοιπη μετά. Δε θα την πάρω σπίτι. Ούτε εγώ πρέπει να πηγαίνω σπίτι. Πρώτα πρέπει να μπαίνω στον κλίβανο. Θυμάμαι η μάννα όταν γυρνούσε από νεκρό, πρώτα έπλενε τα χέρια και το πρόσωπο και μετά έμπαινε σπίτι. Μα εγώ δε γυρίζω από νεκρό, παππού. Εσύ ζεις, αναπνέεις, μιλάς, κλαις και πότε πότε γελάς. Το σώμα σου μόνο είναι νεκρό, παππού. Αυτό είναι που σε προδίδει. Αυτό θέλω να θάψω, όχι την ψυχή σου. Να ξεμυτίσουν τα σκουλήκια εκεί στο χώμα, όχι πάνω στα άσπρα σεντόνια σου.
Να θυμηθώ να δω στον γκούγκλη πότε η σάρκα παράγει μόνη της σκουλήκια. Ελπίζω να αργούν πολύ. Μια φορά εγώ θέλω να με κάψουν. Να μην παράγω σκουλήκια. Πάντα τα σιχαινόμουν. Σκουλήκι δεν υπήρξα ποτέ μου...
Όχι, παιδιά μου, μη μ’ αφήσετε να μεταλλαχτώ σε σκουλήκι!
-«Αύρα, πιστεύεις στο Θεό;»
-«Ναι, πιστεύω. Μόνο πιστεύω…;»
Θεέ, συγνώμη, αλλά δε θα μπορέσω να γίνω σκουλήκι. Κι αν μπω στο χώμα, θα γίνω πολλά σκουλήκια.

22:20… Σε σκέπασα πάλι με το δίχρωμο σάλι μου. Μαύρο απ’ τη μία μεριά, μπορντό απ’ την άλλη. Πάντα αφήνω το μπορντό από πάνω. Κρύβω μ’ αυτό τον τρόπο το μαύρο. Όχι άλλο μαύρο, το σιχάθηκα. Θάψ’ τε ό,τι μαύρο υπάρχει. Δεν το μπορώ άλλο.
Απόψε φόρεσα ασπρόμαυρη μπλούζα και δεν είναι δική μου. Έχει ιστορία αυτή η μπλούζα και πλήγωσε καρδούλες. Αλλά δεν ανήκει η ιστορία της στο δικό σου τετράδιο. Είναι μια μπλούζα πλεκτή ζιβάγκο, μπαμπά, ασπρόμαυρη. Έχει άσπρο στα μανίκια με μαύρες καρδούλες, όπως και κάτω, ενώ στον γιακά παρατάσσονται άσπρες καρδούλες σε μαύρο φόντο. Γέμισα καρδούλες απόψε, παππού, ασπρόμαυρες! Ακόμα δε βρήκα τη δική μου καρδιά, την κόκκινη. Γι’ αυτό δανείζομαι. Δανεική είναι κι αυτή η μπλούζα, παππού. Ανήκει στην «αγγόνα» σου, που έλεγε η γιαγιά, που μου την άφησε εδώ, γιατί ήταν ξηλωμένη στο μανίκι κι έπρεπε να τη ράψω.
Τελικά, αυτή η μπλούζα θα κατοχυρωθεί σε μένα. Δε θα επιτρέψω να φορέσει αυτή την μπλούζα το παιδί, κι ας τής την έκανα δώρο εγώ.  Άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, πράσινα, μπλε είναι για την εγγόνα σου, παππού. Αυτά τα χρώματα τής πάνε και τής πρέπουν! Έχει και μια μαύρη ζώνη αυτή η μπλούζα, με μια ασημένια αγκράφα. Κορμάκι με κάνει αυτή η μπλούζα, παππού. Μέση δαχτυλίδι! Φρόντισες κι εσύ κι αδυνάτισα κι έχασα στα γρήγορα τα περιττά κιλά απ’ το φαγοπότι των γιορτών. Πεινάω τόσο, παππού! Και το κυλικείο είναι κλειστό. Απόψε δεν εξασφάλισα ούτε σοκολάτα. Πώς θα γλυκαθώ τη νύχτα; Είδα μπροστά μου το ψωμί, όταν έφυγα, πήρα λίγο μαζί μου. Όχι για μένα. Για τα πουλιά. Τόσες μέρες δεν το είχα σκεφτεί να τα ταΐσω. Το πρωί με πλησίασε ένα άγνωστο πουλάκι μεγαλύτερο απ’ τα σπουργιτάκια κι είχε στην κοιλίτσα του πορτοκαλί και κίτρινα χρώματα. Με κοίταζε στα μάτια. Τότε θυμήθηκα τους γλάρους μου κι ότι εκείνοι ήρθαν κοντά μου με το ψωμάκι.
Το ψωμάκι θα το μοιράσω το πρωί στα πουλιά. Όσο και να πεινάω τώρα και τη νύχτα, δε θα το φάω.
Το πρωί πέταξαν γύρω μας πολλά πουλιά, παππού. Μια ομάδα σπουργιτιών, μάλιστα, έδωσε ρεσιτάλ. Έκανε πέρα δώθε, όπως κάνουν τα εκπαιδευμένα περιστέρια. Όνειρο ήταν, σου λέω! Αύριο να σηκωθείς κι εσύ να τα δεις. Θα το ξανακάνουν. Για σένα! Κι ένα περιστέρι έκανε ένα πανέμορφο κυκλικό πέταγμα μπροστά μου, λες κι ήθελε κάτι να μου μαρτυρήσει. Διέγραψε ένα μεγάλο κύκλο, πετούσε αργά στην αρχή, φαινόταν ότι ερχόταν καταπάνω μου, μετά ζωγράφισε στον αέρα ένα αργό κυκλικό πέταγμα, και κάθισε στο κλαράκι του κοιτάζοντάς με επίμονα.
Τι σου είναι τα πουλιά, παππού! Κι η φύση!
Πήρα την κολόνια μου μαζί μου απόψε. Πρώτη φορά στη ζωή μου κουβαλάω στην τσάντα μου μπουκάλι κολόνιας. Είναι πολλές οι ώρες, παππού, και θα μυρίσω πάλι εκείνο το κακό άρωμα… Μπερδέψαμε τα αρώματά μας, παππού.
Τι να πρωτογράψω τώρα; Θα κρατήσω μόνο σημειώσεις.
Σου έβαλαν αίμα έπειτα από κάποιους καβγάδες που έκανα.
Ο γιατρός, «ο φίλος μου», μου ζήτησε να παραμείνω μέσα, γιατί με χρειαζόταν! Μετράει η νύφη σου, παππού, τι νόμιζες! Κι ας κοντεύει τα πενήντα! Κι η φυσικοθεραπεύτρια το ίδιο είπε: «Να μείνω»!!!
Η «σφουγγαρίστρια» μού έδωσε συγχαρητήρια, όταν έμαθε ότι είμαι νύφη.
Ο κυρ Νίκος έψαχνε διακαώς ακόμα τα κλειδιά του.
Η Μαρία δεν έστρωσε τα χαλιά. «Έβρεχε καταρρακτωδώς», δικαιολογήθηκε. Έχει κολλήσει δύο έμπλαστρα στην πλάτη.
Ποιος είναι καλά, παππού μου; Κι εγώ σέρνομαι, μη νομίζεις.
Θα τα στρώσει όμως, εκείνη την ώρα... Τα χαλιά! Θα τη βοηθήσουν κι οι θείες, όλες θα τρέξουν να μας συνδράμουν. Μη μας περάσουν και για ξεβράκωτους!
Θα τα καμαρώνουμε όλοι μαζί μετά. Τα χαλιά μας…
-«Και τα χάλια μας…»

«Θα πεθάνω!», μου μουρμούρισες το πρωί.
«Θα πεθάνεις; Τι χαζομάρες λες, παππού;».
Βράχος στάθηκα. Δε με λύγισες σήμερα. Το πήρα αλλιώς, σε κορόιδευα να αμυνθώ.
«Έτσι πεθαίνουν οι άνθρωποι, παππού; Εσύ είσαι καλά, παίρνεις τα φάρμακά σου, σούζα στέκονται μπροστά σου οι γιατροί, και το κυριότερο, μιλάς. Έχεις δει κανέναν που πεθαίνει να μιλάει;»
«Το καταλαβαίνω εγώ, τι θαρρείς;».
«Δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Είσαι εξαντλημένος, γι’ αυτό έχασες το κουράγιο σου».
Και που σου είπα προχθές καλό ταξίδι και να δώσεις χαιρετίσματα στη μάννα και στους άλλους γονείς, τι έγινε; Σπάσαμε τα βράχια μας κι οι δύο. Γι’ αυτό, κολυμπάμε κόντρα στο ποταμίσιο ρέμα που πάει να μας παρασύρει. Τέλος. Όταν φύγεις, ας βρέξει όσο θέλει.

Υγ.1 Αφήνω και τα άλλα λόγια, για να φαίνεται η ροή της σκέψης-καταγραφής, γιατί τα βιβλία μου είναι ψυχογραφήματα, κι ας γράφουν μυθιστορήματα... 
Υγ.2 Σχετικό, ανενεργό πια, μπλογκ, εδώ: http://staxnariatoupatera.blogspot.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: