Ταμένο blog...
στίγματα κάποιων στιγμών
και θαυμάτων

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

Δημόσια Προσευχή

....
Πάντα δύσκολη η αρχή, κυρίως η Δημόσια Προσευχή!

Εσύ ξέρεις αν έχει νόημα, έτσι!
Εμένα με μάλωσε, τότε...
Δεν με πίστεψε, ούτε και τολμώ να του το ξαναπώ.
Με κορόιδεψε... μα δεν με πείραξε αυτό.
Ο καθένας είναι ελεύθερος να πιστεύει ή όχι.
Για κείνον με νοιάζει!
Δεν αντέχω ν' ακούω πως υποφέρει!
Προσεύχομαι εγώ για κείνον. Η σκέψη μου είναι εκεί, κοντά του, κι ας είμαι χιλιόμετρα μακριά.
Δωσ' του, Σε παρακαλώ, δύναμη, κουράγιο, πίστη...
Δείξ 'του ένα σημάδι Σου, να Σε πιστέψει και να τρέξει κοντά Σου!
Μακάρι οδηγώντας ο ίδιος τ' αυτοκίνητο!
Εσύ ξέρεις, "πως"!
Εγώ και να πάω, δεν μπορώ να βοηθήσω!
Μόνο Εσύ, μπορείς!

... Συγγνώμη...

"Είχα Άγιο!"

Για άλλο ήρθα τέτοια ώρα, αλλά επειδή χρωστάω κι αυτό το "Ευχαριστώ", το έφερα έτσι. Απ' τα σχόλια. Ξέρω πως κάτι τέτοιες λεπτομέρειες, δεν μετράνε εδώ. Αλλού είναι η ουσία, κι όσοι έχουν πίστη μέσα τους, θα καταλάβουν!
.......

Γλυτώνωντας άλλη μια φορά με το μηχανάκι...
"Είχα Άγιο!", είπαν.
"Να φοράς γυαλιά", είπε ο κουμπάρος. "Ο ήλιος είναι επικίνδυνος".
Γυαλιά ήλίου, Φλεβάρη μήνα!Λες και φόρεσα ποτέ! Ούτε τα καλοκαίρια! Πάντα κατάματα τον κοίταζα, όπως και σήμερα.
Μα κι αυτός, γυάλισε την άσφαλτο! Λες κι οδηγούσα πάνω σε καθρέφτη...

Φωτογράφησα τον ήλιο και μετά κάθισα μέσα, να μην τον βλέπω. Να μη με ζαλίζει.
Κι αν σήμερα βγήκε, δεν ξέρω κι αν αύριο θα βγει.
Δεν ξέρω.
......
Πάμε τώρα στον ήλιο και στο μηχανάκι, μια και μου δίνεις την ευκαιρία, για να μην μονολογώ μόνη μου!

Τον κοιτάζω κατάματα, όταν με παίρνει! Όχι όταν οδηγώ! Τότε θα ήμουνα χαζή και για δέσιμο!

Άκου τώρα την ιστορία, εν συντομία:
Από τότε που γλύτωσα στα φανάρια, δεν ξαναπήρα το μηχανάκι μου. Έπαθα φοβία, έπιασε κι ο χειμώνας.
Το πήρα μόνο μια φορά για να βγάλω φωτογραφίες εδώ κοντά και πήγα μέχρι το πάρκο.

Μετά το πάρκαρα.
Την Παρασκευή όμως, έπρεπε να είμαι στη δουλειά 8μιση το πρωί, γιατί είχε ένα πολύ σημαντικό ραντεβού στις 9 ο άντρας μου.

Τηλεφώνησα ταξί και είχαν απεργία. Τρελάθηκα! Μένω μακριά, ήμουνα και λουσμένη, έσταζα, είπα, πρέπει να πάρω το μηχανάκι μου!

Εκείνο, που να πάρει μπρος; Σκούριασε.

κυκλάμινο 2010 είπε... Που λες, σκουριασμένο και παραμελλειμμένο το καυμένο, δεν έπαιρνε μπρος. Απογοητεύτηκα!
Το έσυρα στην κατηφόρα, είπα κι ένα "Παναγιά, μαζίμου", γιατί όντως φοβάμαι πια, και κάπου πήρε μπρος, μετά από αρκετό περπάτημα!

Από κει και μετά, κελαηδούσε το καημένο κι εγώ προσεκτικότατη μεν, χεσμένη δε, (σόρυ για την έκφραση), βιαστική ακόμα πιο πολύ, γιατί ο χρόνος έτρεχε, κόντευα στον προορισμό μου, μια χαρά, καλοταξίδευτη!

Μόλις έστριψα στην οδό των γλάρων (Ιάσωνος) αν και πρωί πρωί, υπήρχε ένας μεγάλος ολόλαμπρος ήλιος, Άσπρος!Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο φως, πόσο μάλλον τέτοια ώρα, πρωί πρωί!

Μου έκανε εντύπωση που γυάλιζε όλος ο δρόμος, σαν καθρέφτης! Όλος! Όχι στίγμα απ' ότι φαίνεται στις φωτογραφίες και άλλη στιγμή.
(Τότε είχα σοκ! Τι φώτο να βγάλω;)

Το πήρα σαν καλό σημάδι, γιατί ξέρεις... (άλλοι διαβάζουν το φλυτζάνι, εγώ την φύση και τα πουλιά!)

Αμέσως κατέβασα το βλέμμα και ήμουνα ακόμα πιο προσεκτική. Έδινα προταιρεότητα σε όλους και πήγαινα άκρη άκρη. Έχουμε και τις κορύνες στη μέση, στενός ο δρόμος.

Φτάνοντας λοιπόν στη δουλειά (αν έβλεπες πως το φώτιζε ο ήλιος!!!)
συνήθως παρκάρω μπροστά. Επειδή όμως είδα ότι σταμάτησε ένα φορτηγάκι να ψωνίσει απ' τον άντρα μου και για να μην περάσω από δίπλα του και μ' ανοίξουν απότομα καμιά δεξιά πόρτα, είπα να τ' αφήσω απ' την άλλη μεριά, εφόσον θα το έπαιρνε ο Δημήτρης αμέσως να φύγει.

Μετά απ' το σταματημένο φορτηγάκι, υπήρχε χώρος να παρκάρουν δυο αυτοκίνητα.

Μόλις πήγα να πιάσω θέση όμως, είδα το φορτηγάκι να παρκάρει πίσω πίσω και με ταχύτητα, χωρίς να μ' έχει δει. (Δεν σταμάτησε για να ψωνίσει, ούτε φλας άναψε - και ν' άναβε δηλαδή- καμία διαφορά!)

Εγώ το μόνο που μπορούσα να κάτω ήταν μόνο να φωνάξω:
"ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ, ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ,Σταματήστε!"

Μ' έφτασε σε πόντους, όταν με πήρε είδηση.
Ήδη, ο άντρας μου είχε βγει έξω και τον έβριζε που δεν άναψε φλας και δεν κοιτάει πίσω "λες κι ειναι στο χωριό του", εκείνος έβριζε εμένα "που τρύπωξα, ενώ έπρεπε να σκεφτώ ότι ένα φορτηγάκι μπορεί να θέλει να ξεφορτώσει!" κι εγώ, έπαθα την πλάκα μου και πάλι, όπως τραγουδούσε και ο Καφάσης!

Θα μου πεις, το σοκ, δεν συγκρίνεται με την άλλη φορά. Αυτή τη φορά θα ζούσα, με τι κουσούρια μόνο δεν ξέρω...

Πάει κι αυτό! Το ξεπέρασα μεν, μπροστά στα άλλα, αλλά μη μου πεις να το ξαναπάρω! Η ψυχή μου το ξέρει πως το ξαναέφερα σπίτι!

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

Προσευχότανε για μένα!






Προσευχότανε για μένα!

(Την Τρίτη ήταν κι ας το περιγράφω βιαστικά ξημερώματα Κυριακής!)

Μέρες έλεγα: «Μετά τις αργίες, θα πάω σίγουρα στον Τάδε, γιατρό. Εκείνος θα μου πει αλήθειες».
Μήνες το 'λεγα. Απ' τον Οκτώβρη. Όλο "θα" πάω, ήμουνα κι όλο τα καμπανάκια χτύπαγαν και άλλαζαν σκοπούς…

Μέσα στο μυαλό μου έκλεισε το ραντεβού για Τρίτη.

…Έλα που όμως ήρθε η Τρίτη κι εγώ έπρεπε να πάω πρωί στη δουλειά, γιατί ο άντρας μου έπρεπε να φύγει!

Πήγα για δουλειά και μέσα μου σκεφτόμουνα: «Δεν πειράζει. Κι αύριο μέρα είναι. Ας πάνε τουλάχιστον τα άλλα καλά! Αν είναι να πάω σήμερα, θα πάω!"

Περνούσε η ώρα κι ό άντρας μου αργούσε. Αντί στις 10, ήρθε στις 12 στην δουλειά, κι ούτε που ήξερε πως εγώ ήθελα να φύγω, να πάω στον γιατρό. Όταν ήρθε δεν του είπα πως βιάζομαι. Περίμενα να μου πει εκείνος, «Φύγε τώρα. Δεν σε χρειάζομαι.»
(Τι να του πω, εφόσον ούτε ραντεβού είχα κλείσει, ούτε καν ήξερα πότε θα πήγαινα; Όλο "θα", έλεγα και σ' αυτόν και ποτέ δεν το πραγματοποιούσα.)

Κατά τις 12 και 20 (; κάπου εκεί) μου λέει: "Τώρα μπορείς να φύγεις. Δεν σε χρειάζομαι άλλο!"

"Καλά! Τότε να πάω μια βόλτα στον γιατρό, αν τον βρω, αν με δεχτεί τέτοια ώρα", του είπα.
"Σε ποιον; Μα αυτός νομίζω πως βγήκε στην σύνταξη! Έχω πολύ καιρό να τον δω! Πού θα πας χωρίς ραντεβού; Πάρε ένα τηλέφωνο πρώτα!"

"Δεν πειράζει! Εγώ θα πάω. Έχει ωραία μέρα, θα κάνω και βόλτα. Μόνο που δεν θυμάμαι που είναι το ιατρείο του. Εσύ, θυμάσαι;"

"Κάπου εκεί γύρω στον Άγιο Νικόλαο, νομίζω. Αν δεν έχει μετακομίσει, κι αν δεν έχει βγει στην σύνταξη!" μου είπε ο άντρας μου, κι έτσι, ξεκίνησα.

Σα να είχα βάλει τον αυτόματο πιλότο, τράβηξα "ντουγρού" για τον Άγιο Νικόλαο. "Το πολύ πολύ, ν' ανάψω κι ένα κεράκι και να δω την θέση που πήρε ο "Φίλος μου" σκέφτηκα. (αφορά κάτι που δεν έγραψα και δεν ξέρω αν και πότε θα το γράψω αυτό)

Πέρασα δρόμους και βιτρίνες, προσπέρασα αγνώστους, χαιρέτησα γνωστούς, έφτασα στον Άγιο Νικόλαο. Σηκώνω την ματιά μου ψηλά και βλέπω τρία κύρια σημεία: Την Εκκλησία του Αγίου Νικολάου, έναν ολόλαμπρο ήλιο και μια ταμπέλα με το όνομα του γιατρού, σχεδόν ταυτόχρονα!

Έκανα τον σταυρό μου, κυρίως για το οπτικό πεδίο της Εκκλησίας και καθόλου, για την σύμπτωση να βρω με την πρώτη το γραφείο του γιατρού.

Κοντοστάθηκα και κοίταζα τα δυο. Τον ήλιο τον άφησα. Αυτόν τον βλέπω όταν υπάρχει, όπου κι αν βρίσκομαι, κάθε μέρα.

Μπήκα στο δίλλημα: Που να πάω πρώτα; Να πάω ν' ανάψω ένα κερί ή να τρέξω στον γιατρό, να κρατήσω και σειρά, σε περίπτωση που με δεχτεί;

Παράξενο για μένα, πρωτοφανές στα χρονικά, κατευθύνθηκα προς τον γιατρό, σκεφτόμενη πως η Εκκλησία δεν θα φύγει, είναι εκεί και θα με περιμένει, έτσι κι αλλιώς, αυτή είναι συνέχεια ανοιχτή, κι ότι ο Άγιος Νικόλαος με καταλαβαίνει...

Πήγα.
Βρήκα εκεί δυο κυρίες. Ο γιατρός εξέταζε και αργούσε.
Κάθισα στην άκρη, κοντά στην πόρτα, να είμαι κοντά και να φύγω... άμα χρειαστεί! Έτσι κι αλλιώς, ραντεβού δεν είχα κλείσει!

Πήρα και μια καρτούλα με τα τηλέφωνά του απ' το τραπεζάκι, οπότε, άλλη μέρα, αφού θα του είχα τηλεφωνήσει, θα είχα και προγραμματισμένο ραντεβού.

Ωστόσο, είχα χρόνο. "Ας μείνω!" σκέφτηκα και κάθισα, έχοντας πλάνο τους καναπέδες, τις δυο κυρίες και την μπαλκονόπορτα του ιατρείου.

Μα, εκεί, η θέα έπιανε το καμπαναριό και τον τρούλο της Εκκλησίας!
Να, οι τύψεις! "Κατερίνα, δεν έκανες σωστά! Έπρεπε πρώτα να πας εκεί!" σκεφτόμουνα, ενώ συγχρόνως η λογική μου έλεγε πως, αν φύγει από μέσα ο προηγούμενος, περάσουν οι δυο κυρίες που ήταν μαζί και έρθει άλλος, ενώ θα λείπω, πάει η σειρά μου, πέρασε η ώρα, χάνω και την ευκαιρία να με δει!

Δεν μπορούσα να αποφασίσω, για το τι θα κάνω τελικά, όταν είδα ένα άσπρο περιστέρι να πετάει απ' το καμπαναριό στον τρούλο και τανάπαλιν, για τουλάχιστον δέκα φορές!
Λες κι εκείνο μου απαντούσε, λες και μου έλεγε: "Μείνε!"

Δεν πίστευα στα μάτια μου! Ήθελα να βγάλω την φωτογραφική μηχανή (και τις δυο τις είχα μαζί μου), μα ντρεπόμουνα κιόλας και τις κυρίες και τον γιατρό, που αν άνοιγε την πόρτα θα μ' έβλεπε σε τέτοια φάση και δεν ήθελα! (Είχε που είχε χρόνια να με δει, να μην μ' έβρισκε και σαλταρισμένη!)

Να μην τα πολυλογώ, κόσμος έμπαινε και κόσμος έβγαινε κι εγώ έδινα συνέχεια την σειρά μου, αφού πρώτα ρώταγα αν θέλουν να γράψουν φάρμακα ή να κάνουν εξέταση.

Όλοι για φάρμακα έρχονταν, κι όλοι "έκλεβαν" κάτι παραπάνω απ' τον δικό μου εναπομείναντα χρόνο!

Είχα πειστεί πια, πως μόνο "Καλημέρα" θα έλεγα σήμερα στον γιατρό.
(Τα περί γιατρού, θα τα γράψω άλλη στιγμή. Πολύ Άνθρωπος!)

Κι εκεί που στην θέα του μπαλκονιού ο ήλιος έλαμπε και το άσπρο περιστέρι είχε κουραστεί να κάνει βόλτες, ο ουρανός συννέφιασε και στην πράξη!

Τώρα αν έβγαζα φωτογραφία, ήθελε σίγουρα φλας!

Κι εκεί που η καρδιά χόρευε απ' τα μηνύματα της φύσης κι απ' την αγωνία, (γιατί έμεινα μόνη και ήρθε η σειρά μου και ποιος ξέρει τι λαβράκια θα 'πιανε τώρα ο γιατρός), να ' σου και μια γιαγιά με το εγγονάκι της! "Σωτηρία μου!" σκέφτηκα, σαν να μην ήμουνα έτοιμη ποτέ γι' αυτή την εξέταση!

Η γιαγιά φορούσε μαύρα και ήταν μια νεότατη κυρία που θα μπορούσε να έχει για παιδάκι της αυτό το κοριτσάκι και όχι να είναι εγγονάκι της.
Εκείνο φορούσε ένα ροζ παλτουδάκι, είχε ένα ξανθούλικο κοτσιδάκι, ζωντανό Αγγελάκι και έτρωγε ένα σουσαμένιο κουλουράκι, απ' αυτά τα γνωστά, τα στρόγγυλα.

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση που η γιαγιά της πρότεινε να τυλίξουνε το κουλουράκι, για να μη γεμίσουν ψίχουλα το ιατρείο και "μας μαλώσει ο γιατρός" όπως είπε, να το βάλουνε στην τσάντα και να το φάει μετά, όταν θα έφευγαν από κει.
Το κοριτσάκι είπε αδιαμαρτύρητα κουνώντας το κεφαλάκι της "ναι" και συμπλήρωσε « για να μη σφουγγαρίζει ο γιατρός!" κι εγώ γέλασα και συγχάρηκα την γιαγιά, γι' αυτό το τόσο ήσυχο παιδάκι, μόλις 2μιση ετών! Μαριέττα την έλεγαν την μικρούλα. Την γιαγιά, δεν ξέω. Της είπα πως της δίνω την σειρά μου, γιατί εγώ έτσι κι αλλιώς... περαστική ήμουνα... αμελής ήμουνα... κι ότι προηγούνται οι πελάτες πρώτα και τα λοιπά και τα λοιπά...

Εκείνη μου είπε ότι ήθελε μόνο φάρμακα να γράψει, «το πολύ 5 λεπτά» και μ' ευχαριστούσε πολύ. Αν δεν είχε μαζί της το παιδί που ήταν νηστικό, αν δεν έκανε κρύο, δεν θα είχε πρόβλημα να περιμένει την σειρά της.

Να μην τα πολυλογώ, αλλού θέλω να καταλήξω. Με την κυρία είπαμε πέντε βασικά πράγματα και πέντε αλήθειες. (Πόσα πράγματα μπορεί να πουν άλλωστε δυο ξένοι, σε τόσον λίγο χρόνο, στον προθάλαμο ενός ιατρείου;)

Θα πω τις δικές μου κι εδώ:
Παραμελώ την υγεία μου, πρώτον γιατί δίνω προτεραιότητα στην οικογένεια (μ' ενδιαφέρει εκείνη να είναι πρώτα καλά), δεν μπορώ τα προγραμματισμένα ραντεβού, τα τσεκάπ και τους γιατρούς, βαριέμαι το ΙΚΑ και τα συστήματά του (ραντεβού σε 3 μήνες και αν ζεις!) και κυρίως, δεν έχω την οικονομική άνεση να πηγαίνω σε εξωτερικούς γιατρούς, όσο καλοί κι αν είναι, όσο κι αν τους χρειάζομαι ούτε και θέλω να πληρώνω επισκέψεις σε εξωτερικούς γιατρούς και εξετάσεις οι οποίες είναι πανάκριβες! Προτιμώ τα λεφτά αυτά να τα επενδύω στα παιδιά μου, στις ανάγκες τους, τώρα που το χρειάζονται, άσε που οι εποχές είναι δύσκολες, και ακόμα και γι' αυτό, τα τεντώνουμε για να φτάσουν!

Η κυρία με μάλωσε. "Όχι, να μη φύγεις! Να καθίσεις να σε δει οπωσδήποτε ο γιατρός! Πρώτα πρέπει να είσαι εσύ καλά, για να μπορείς να στηρίξεις και τους άλλους και τα λοιπά και τα λοιπά. (Γνωστά πράγματα, ότι συμβουλεύω κι εγώ στους άλλους, βάση λογικής και ας μην τα κάνω.)

Τέλος πάντων, να μην τα πολυλογώ, μπήκε η κυρία στο γραφείο του γιατρού, είχαν αφήσει ανοιχτά την πόρτα και άκουγα, (θέλοντας και μη), ότι έλεγαν.
Κάποια στιγμή η κυρία μίλησε ψιθυριστά. Ήμουνα σίγουρη πως μίλησε στον γιατρό για μένα. Το ένστικτό μου και η διαίσθησή μου, ποτέ δεν με ξεγελά. Υπέθεσα πως του είπε: "Να την εξετάσεις οπωσδήποτε, γιατί σκοπεύει (να την "κάνει!") να 'ρθει άλλη μέρα», κάτι για μένα πάντως!

…Μετά, έφυγε, με χαιρέτησε, ήταν βιαστική, το παιδί, η μαμά της, το κρύο, ή ώρα....

Η ώρα είχε φτάσει μία το μεσημέρι.

Πέρασα το κατώφλι του γιατρού. Του χαμογέλασα... Μου χαμογέλασε...
Του είπα: "Ντρέπομαι που έρχομαι μετά από τόσα χρόνια... Τι να σου λέω τώρα; Εξέτασέ με... και εσύ θα μου πεις! Παραδίνομαι!"

«Πέρασες πολλά, Κατερίνα!» μου είπε. (και δεν του είχα πει και πολλά! Για άλλη εξέταση είχα πάει εκεί και όχι για ψυχανάλυση! Ευτυχώς αυτή την κάνω μόνη μου, γράφοντας, αλλιώς θα είχα «φαλίρει», που έλεγε κι η μάννα μου!)


Ο γιατρός με θυμότανε... Μάλιστα είχε περάσει απ' το περίπτερο δυο ή τρεις φορές, (μέσα σ' αυτά τα χρόνια), για να ρωτήσει τον άντρα μου: "Η γυναίκα σου, είναι καλά;"
Μάθαινε πως ζω, κι έφευγε! Σα, να μην το πίστευε και λιγάκι!...

(Φεύγω απ' το θέμα. Το προσωπικά δεδομένα είναι το λιγότερο. Η ώρα πήγε 7 και 7, το κυριότερο!)

Δύο παρά 8, (παρά 6, δεν κοίταζα και το ρολόι, μετά το κοίταξα, έβγαλα μάλιστα και φωτογραφία το καμπαναριό), έβγαινα απ' την πολυκατοικία του γιατρού αποφασισμένη να προσέχω περισσότερο την υγεία μου και τράβηξα για κείνο το κερί που χρωστούσα στον Άγιο Νικόλαο…

Έκανα να βγάλω την μηχανή μου, για κείνο το περιστέρι που άρχισε πάλι τα δρομολόγια και βλέπω κάποια μέτρα παραπέρα, στο προαύλιο της Εκκλησίας, εκείνο το κοριτσάκι με το ροζ το μπουφανάκι και την γιαγιά της σκυμμένη. Παραξενεύτηκα. Μου είχε πει πως βιαζόταν.

Εκείνη, σαν κάτι να έψαχνε στην τσάντα της.
Και μου φάνηκε…σαν να ήθελε να μην την δω.
Εγώ επέμεινα να κοιτάζω προς το μέρος τους και να περιμένω να σηκώσει το βλέμμα της, να με δει.
Η μικρή Μαριέττα με κοίταζε απ' την αρχή επίμονα και συνέχιζε να με κοιτάζει.
"Μαριέττα... φιλάκια!" της φώναξα κι εκείνο με κοίταζε...
Μα γιατί δεν έβρισκε αυτό που έψαχνε η γιαγιά της;

Επιτέλους σηκώθηκε όρθια! Να έψαχνε το κινητό της; να το κράταγε στο χέρι; Δεν έβλεπα λεπτομέρειες τόσο μακριά.
Άκουσα μόνο μια φωνή:
"Πώς είσαι; Τι σου είπε ο γιατρός;"
"Καλά, καλά... Καλύτερα απ' ότι φοβόμουνα!"
"Χαίρομαι!" την άκουσα που φώναζε δυνατά και έβλεπα της ψυχής το χαμόγελό της! "Έπιασε η προσευχή μου για σένα! Να είσαι πάντα καλά!!!" μου φώναξε πιο δυνατά και την άκουσε ίσως και ο γιατρός!

Αμέσως μετά, έπιασε απ' το χεράκι το εγγονάκι της και έφυγαν!

"Σ' ευχαριστώ! Κι εσύ και η οικογένειά σου, να' ναι καλά!" της είχα απαντήσει εξίσου δυνατά και χαρούμενη, ξεχνώντας ότι γκρίζο μου είχε πει ο γιατρός.

Ήμουνα κάπου εκεί κοντά στα σκαλιά και είχα μείνει κόκαλο απ' τα λόγια της!

Κοίταξα στο καμπαναριό το ρολόι κι εκείνο εκτός από δυο παρά πέντε, αντιλαλούσε και τα λόγια της: "Έπιασε η προσευχή μου, για σένα!"

Δεν το πίστευα! Είχε περάσει σχεδόν μια ώρα! Βιαζόταν! Κι ήταν ακόμα εκεί; Για μένα; Μια άγνωστη; Και προσευχόταν για μένα; Και χάρηκε για μένα; Για μια άγνωστη;

Έκανα τον σταυρό μου, μπρος το μεγαλείο της ψυχής της και ανέβηκα και το τελευταίο σκαλί, για κείνο το τόσο αργοπορημένο κερί...

Μα, η Εκκλησία ήταν κλειστή! Δεν με περίμενε! Νόμιζα πως αυτή η Εκκλησία δεν κλείνει τώρα τα μεσημέρια. Έριξα κάτω απ' την πόρτα, ότι βρήκα μπροστά μου. Το είχα ξανακάνει κι άλλη φορά, παλιότερα, μαζί μ' ένα σημείωμα στην καλόγρια. Τώρα δεν ήθελα να γράψω.

Έφυγα από κει, χαρούμενη, παρόλο που δεν άναψα κερί, παρόλο που με μάλωσε ο γιατρός και με περιμένει σε σαράντα μέρες… («Τότε έχουμε Πάσχα, την γλυτώνω», ήθελα να του πω, μα δεν το είπα!)

Πήγα ξανά στην δουλειά του άντρα μου, χαρούμενη, όσο ποτέ! Είχα ξεχάσει ότι μου είχε πει ο γιατρός. Ήμουνα συγκλονισμένη και εκστασιασμένη απ' την συμπεριφορά αυτής της άγνωστης γυναίκας! Κάτι παρόμοιο, δεν μου είχε ξανατύχει!

"Λάμπεις από χαρά!" μου είπε εκείνος. "Κούρα ομορφιάς σ' έκανε ο γιατρός;"
"Όχι, αυτός! Μια άγνωστη γυναίκα! Τι να σου εξηγώ, τώρα; Πάνε πάλι στις υπόλοιπες δουλειές σου! Θα μείνω εδώ! Θα σχολάσουμε μαζί!" του είπα. κ.λ.π.

Ακόμα αναρωτιέμαι για πολλά, για την πρωτόγνωρη συμπεριφορά εκείνης της γυναίκας.
Ίσως μου άναψε κερί. Ίσως δεν πρόλαβε. Ίσως προσευχότανε μέχρι να βγω. Ίσως περίμενε να βγω, για να τηλεφωνήσει να ρωτήσει τον γιατρό περισσότερα για μένα. Αυτά και άλλα πολλά "ίσως" που δένουν με όσα δεν έγραψα και που θα μείνουν αναπάντητα, εκτός αν ρωτήσω τον γιατρό και έρθω σε επαφή με την άγνωστη γυναίκα.
Όμως... δεν ξέρω αν το θέλω, αν θα το κάνω...
Θα δείξει...
Μπορεί να ξανασυναντηθούν απρόσμενα πάλι οι δρόμοι μας. Κανείς δεν ξέρει!

Να είναι καλά, όπου κι αν είναι, όποια κι αν είναι, όπως κι αν την λένε, κι αυτή και η οικογένειά της!

Υγ. Αυτή η βιαστική ανάρτηση είναι αφιερωμένη στην Άγνωστη Κυρία, (φυσικά!) και μετά στον Ανώνυμο ("Άγγελο" όπως βάφτισα εγώ, σε ένα άλλο μου μπλογκ), γιατί μου συμπαραστάθηκε, τις επόμενες μέρες, που ήμουνα "κάπως", για την υγεία άλλων…

Κι αυτός να είναι καλά και όλος ο κόσμος!

Υπάρχουν τελικά Άνθρωποι στον δρόμο μας, γύρω μας, δίπλα μας, ίσως και μέσα μας…

Καλημέρα για τώρα! Για όσους περάσουν από δω.
Είναι πλέον πρωί Κυριακής, ώρα 8 και 5!

(Τώρα που διόρθωσα ελαφρώς το κείμενο, είναι βράδυ Κυριακής, 10:18)










Ε, ναι! Μετά είδα και τα κυκλάμινα του βουνού! Αυτά τα είχα ξεχάσει!

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

Άτιτλο - Φτωχές οι λέξεις

Τι να πω;

Το "Ευχαριστώ" πια, έχει γίνει τόσο μικρό... μπροστά σ' αυτά που συναντώ στον δρόμο μου!...

Θεέ, το ξέρω και το φωνάζω κι εδώ:

Όσο Υπάρχεις και θέλεις Εσύ, κι όσο κυκλοφορούν στον δρόμο μου Άνθρωποι με Α κεφαλαίο, δεν έχω να φοβάμαι τίποτα!

Συγκλονισμένη ακόμα απ' τα μηνύματα της μέρας!

Το άξιζα;

Εσύ, ξέρεις!

(Εδώ οι εξηγήσεις...)

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2010

Ανάληψη Βόλου





















































Είχα πολύ καιρό να πάω στον Ιερό Ναό της Αναλήψεως Βόλου.
Με καλούσε εκεί το μνημόσυνο του κυρίου Γιώργου.
Έβρεχε.
Πολύ.

Μου άρεσε υπερβολικά η Αγιογράφηση του Ναού, το κήρυγμα του Ιερέα, όλη η ατμόσφαιρα της Εκκλησίας!


Δε θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη σκηνή...
Ακόμα και στο βελούδινο χαλί, δύσκολο να "οδηγείς" ...

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010

"ΔΕΗΣΙΣ"





Μόλις κάθισα στον υπολογιστή, χτύπησε 11 φορές το ρολόι της Εκκλησίας του Αγίου Νεκταρίου.

Μόλις γύρισα.

Είμαι εκστασιασμένη απ' αυτό το πρωινό...

Κοιμήθηκα γύρω στις 6 και ξύπνησα κατά τις 8 μιση απ' τον επίμονο ήχο της καμπάνας.
Ψυχοσάββατο σήμερα. Το ήξερα. Είχα βράσει το σταράκι μου και μεσημέρι ή απόγευμα, θα πήγαινα να το διαβάσω.

Ξαγρύπνησα. Η καμπάνα επέμενε. Δυο ώρες ύπνο και δεν νύσταζα πια! "Θα πάω τώρα!" σκέφτηκα και σηκώθηκα να ετοιμαστώ.

Πήγα με ταξί. Ο ουρανός συννεφιασμένος, μελαγχολικός. Έοιμος για βροχή, ίσως...
Ένας περιστεράς γύμναζε τα περιστέρια του κι εκείνα έκαναν κύκλους στον ουρανό.
Τα κοίταζα, τα θαύμαζα.

Έφτασα.
Στην πύλη του Παλιού Νεκροταφείου Βόλου, δυο φανταράκια με "Καλημέρησαν"!
Τους ανταπέδωσα την δική μου και παραξενεύτηκα...

Πήρα κερί για να πάω στα μνήματα και να ψάξω για παππά, όπως έκανα άλλες φορές.
Κανένας στα μνήματα και η φωνή του ιερέα ακουγόταν στα μεγάφωνα απ' το εκλησάκι των Αγιών Ταξιαρχών.





"Προλαβαίνω!" σκέφτηκα και έτρεξα.
Μπήκα στο εκκλησάκι λες και με κυνηγούσαν...

... και είδα μπροστά μου πολύ κόσμο!
Άκουσα που διάβαζε ονόματα Ψυχών και πάνω σε πολλά ενωμένα τραπέζια με άσπρα τραπεζομάντηλα υπήρχαν πιάτα και πιατάκια με στάρια, κεράκια που έκαιγαν σαν μεγάλο πάρτυ γενεθλίων και ενθουσιάστηκα!

Τράβηξα μπροστά, κάνοντας μόνο τον σταυρό μου. Ούτε που θα διακινδύνευα να χάσουν οι δικοί μου άνθρωποι αυτή την θεία κατάνυξη της ατμόσφαιρας.
"Γρήγορα, να προλάβεις!" μου είπαν κάποιες ευγενέστατες κυρίες και με βοήθησαν. Άλλη άναβε τα κεριά μου, άλλη τακτοποιούσε στο μεγάλο Τραπέζι των Ψυχών το πιατελάκι μου, άλλη έδινε από χέρι σε χέρι το χαρτί με τα ονόματα αγαπημένων μου ανθρώπων, ώστε να φτάσει έγκαιρα στα χέρια του παππά.

Συγκινημένη άκουγα τα ονόματα.
Η ατμόσφαιρα πολύ κατανυκτική.
Όλα τα ονόματα τα άκουσα. Κόσμος έρχονταν και κόσμος έφευγε μόλις άκουγε τα δικά του. Εγώ θ' αργούσα. Οι δικοί μου άνθρωποι ήταν στα τελευταία χαρτιά.

"Σας παρακαλώ" διέκοψε ο ιερέας. "Όσοι ακούτε τα ονόματα, να μην φεύγετε, γιατί έτσι είναι σαν να περιφρονείτε τις άλλες Ψυχές".

Νοητά, συμφώνησα μαζί του. Αυτό δεν ήταν απλό Τρισάγιο, ήταν "Θεία Λειτουργία" που σε λίγο θα τελείωνε.

Όταν τελείωσε, έπρεπε να μπω στην ουρά, να πάρω το σταράκι μου, να πάρω αντίδωρο, να ασπαστώ το χέρι του παππά και να βγω αναγκαστικά απ' την μεσαία πόρτα.

Βγαίνοντας, ρώτησα τις κυρίες αν γίνεται κάθε χρόνο αυτό ή φέτος κάτι άλλαξε.
"Κάθε χρόνο!" μου είπαν εκείνες.
(Εγώ, όμως, με τα ωράρια και τις δουλειές μας, πού να ξυπνήσω;)

"Αλέξιος" λεγόταν ο παππάς, έμαθα.

Τον άκουσα κάποια στιγμή να λέει στον βοηθό του (τον άλλον ιερέα) να πάρει τα άμφια και να πάει εκείνος κάπου να διαβάσει, γιατί αυτός θα αργούσε.

Ήδη ερχόταν κι άλλες πιατέλες με σταράκι, κι άλλος κόσμος να φωνάξει τα δικά του ονόματα, κι είχε αρχίσει να διαβάζει τώρα Τρισάγιο, με ατέλειωτες λίστες ονομάτων.

Ναι, τώρα μπορούσα να φύγω.

Ήμουνα ήδη έξω απ' το εκκλησάκι. Θέλοντας και μη, η ουρά εκεί μ' έβγαλε.

Μα... δεν είχα χαιρετήσει! Τίποτα δεν είχα κάνει σωστό απ' την βιασύνη μου.

Ξαναγύρισα στην κύρια είσοδο, σαν να έμπαινα απ' την αρχή.

Χαιρέτησα... ο κόσμος ήταν μαζεμένος πάλι μπροστά, ο παππάς διάβαζε πάλι, μπορούσα να φύγω.

Μα...
Που είσαι πάλι;

Δεν Τον έβρισκα. Πάντα Τον ψάχνω. Κοντοστάθηκα δίπλα απ' την Παναγία με τον Χριστό, ήμουνα κάτω από ένα θόλο, κοίταζα γύρω γύρω... τίποτα!

"Πάλι λείπεις!' σκέφτηκα και σήκωσα το κεφάλι μου πάνω.
Αριστερά και πάνω απ' το κεφάλι μου, είδα μια μεγάλη Αγιογραφία του Αγίου Εφραίμ!

Συγκλονίστηκα!!!

Κάθισα για λίγο στην καρέκλα.
"Διάβασα" τα χέρια Του και τις εκφράσεις Του...
Με το δεξί ευλογούσε, στ' αριστερό κρατούσε ένα φως, μια λάμψη που δεν έχω ξαναδεί σε καμιά άλλη Αγιογραφία!

"ΔΕΗΣΙΣ", έγραφε.

...μετά έφυγα.

(Η συνέχεια σε άλλη ανάρτηση, άλλη στιγμή.
Τώρα ήθελα να κρατήσω αυτές τις στιγμές.)

(συνέχεια εδώ - Δευτέρα 8/2/10 11:30 )

Περπατούσα προς την έξοδο του Νεκροταφείου μελαγχολική απ' την ημέρα, αλλά και απ' την ερημική εικόνα που έβλεπα γύρω μου. Πρώτα ήταν γεμάτο κόσμο το μνήματα, αναμμένα όλα τα καντηλάκια, γεμάτα λουλούδια. Τώρα υπήρχαν λίγα, κι αυτά ψεύτικα, τουλάχιστον όσο έβλεπε η ματιά μου, προχωρώντας προς την έξοδο.

Τότε... λίγο πριν να φτάσω στην Πύλη, βλέπω αριστερά μου κυκλάμινα!

Πήγα!

Εκεί "κοιμόταν" ένα παλληκάρι, ο Γιάννης που "έπεσε εν ώρα καθήκοντος, με τα φτερά των Ικάρων"!

Τσάκισα!

...Ταυτόχρονα έφτασαν στ' αυτιά μου μελωδίες φιλαρμονικής με τον Εθνικό Ύμνο!

Έπαθα!

Έμεινα ΠΡΟΣΟΧΗ!

Όταν το Εμβατήριο τελείωσε στ' αυτιά μου, αφού φωτογράφησα... και κυρίως με την σκέψη ότι "δεν πάω καλά", πήγα να φύγω.

Κοντά μου η Πύλη της Εξόδου!

Κοντά μου όμως και το γελαστό φανταράκι!

Το χαιρέτησα.

Δεν άντεξα και το ρώτησα!

Μου είπε ότι πράγματι το Εμβατήριο ακουγόταν από πίσω, απ' το βάθος του Νεκροταφείου, που ο παππάς μόλις είχε διαβάσει Τρισάγιο.

Ώστε, εκεί είχε πάει ο άλλος παππάς με τα άμφια!

Ηρέμησα.

Όλα έμπαιναν σε μια λογική σειρά, ενώ εγώ έβγαινα απ' την Πύλη.
















Περίμενα ταξί, αργούσε. Έκανε πολύ κρύο. Ο ουρανός έτοιμος... για μπόρες και μπόρες!

Αλίμονο, τόσες ψυχές ξυπνήσαμε και με τι τρόπο!

Μια γιαγιούλα ήρθε δίπλα μου. Κρύωνε και της είπα να κάτσει πιο κει, κι εγώ θα της έδινα την σειρά μου.

...Μετά, σκέφτηκα πως πιο γρήγορα θα πήγαινα με το λεωφορείο.

Προχώρησα στην στάση.

Στα κυπαρίσσια και γύρω γύρω, κοπάδι τα πουλιά! Πρώτα καρακάξες, μετά ομάδα γλάρων!

Έβγαλα την μηχανή.

Νά ' σου και το λεωφορείο!

Άφησα την μηχανή κι ανέβηκα.










Μετά, ...

τώρα σε άλλο μπλογκ!