Ταμένο blog...
στίγματα κάποιων στιγμών
και θαυμάτων

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Οι Τρεις Ιεράρχαι

Ιωάννης Φουντούλης, Οι Τρεις Ιεράρχαι (πηγή)

treisierarxes3.jpg Την 30η Ιανουαρίου εορτάζει η Εκκλησία την μνήμη των τριών μεγάλων Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου.Δεν πρόκειται περί «μνήμης» με την κυρία έννοια της λέξεως, δηλαδή επετείου του θανάτου των Πατέρων αυτών, αλλά περί κοινής εορτής, «συνάξεως» κατά την λειτουργική ορολογία. Ο Μέγας Βασίλειος απέθανε την 1η Ιανουαρίου του έτους 379 και η μνήμη του εορτάζεται, ως γνωστόν , την 1η Ιανουαρίου. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος την 25η Ιανουαρίου του έτους 389, και την 25η Ιανουαρίου εωρτάσαμε την μνήμη του. Τέλος ο Χρυσόστομος απέθανε στην εξορία την 14η Σεπτεμβρίου του έτους 407, κατά την ημέρα της εορτής της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού, η μνήμη του όμως μετετέθη, λόγω του ύψους της δεσποτικής εορτής της ημέρας αυτής, και εορτάζεται την 13ην Νοεμβρίου.

Η εορτή της 30ης Ιανουαρίου είναι μεταγενεστέρα, γι’ αυτό και δεν την συναντούμε στα παλαιά εορτολόγια. Καθιερώθη κατά τον ΙΑ΄ αιώνα επί της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού (1081 -1118). Την αιτία της συστάσεως της κοινής και για τους τρεις εορτής μας αφηγείται εκτενώς το συναξάριο της ημέρας. «Στάσις», διένεξις, υπήρχε στην Κωνσταντινούπολι μεταξύ «των ελλογίμων και εναρέτων ανδρών». Από τους τρεις Ιεράρχας άλλοι εθεωρούσαν σπουδαιότερο τον Χρυσόστομο, άλλοι τον Βασίλειο, και άλλοι τον Γρηγόριο, και υποτιμούσαν τους άλλους δύο. Έτσι δημιουργήθηκαν τρεις διαμαχόμενες παρατάξεις: των Ιωαννιτών, των Βασιλειτών και των Γρηγοριτών. Στην έριδα έθεσε τέλος ο μητροπολίτης Ευχαΐτων Ιωάννης ο Μαυρόπους, λόγιος και ευλαβής κληρικός. Αυτός, κατά την διήγησι του συναξαριστού, είδε σε οπτασία τους τρεις αγίους, πρώτα τον καθένα χωριστά και ύστερα και τους τρεις μαζί. Αυτοί του είπαν με ένα στόμα: «Ημείς οι τρεις είμεθα ένα, καθώς βλέπεις, κοντά στον Θεό και τίποτε δεν υπάρχει που να μας χωρίζη ή να μας κάνη να αντιδικούμε… Πρώτος δεν υπάρχει μεταξύ μας ούτε δεύτερος… Σήκω λοιπόν και ειπέ σ’ εκείνους που μαλώνουν, να μη χωρίζωνται σε παρατάξεις για ημάς. Γιατί ημείς και στην ζωή μας και μετά τον θάνατό μας δεν έχομε άλλη επιθυμία, παρά να ειρηνεύη και να ομονοή όλος ο κόσμος». Σαν σύμβολο και έκφρασι της ενότητός των του συνέστησαν να συστήση κοινή εορτή και των τριών. Έτσι ο Ευχαΐτων ανέλαβε την συμφιλίωσι των διαμαχομένων μερίδων και συνέστησε την εορτή της 30ης Ιανουαρίου. Έκρινε τον Ιανουάριο ως καταλληλότερο μήνα για τον εορτασμό των, αφού κατ’ αυτόν εώρταζαν και οι τρεις σε διάφορες ημέρες, την 1η ο Βασίλειος, την 25η ο Γρηγόριος και την 27η η ανακομιδή των λειψάνων του Χρυσοστόμου.

Η σύστασις της εορτής επέτυχε του σκοπού της. Απετέλεσε το ορατό σύμβολο της ισότητος και της ενότητος των μεγάλων διδασκάλων και της συμφιλιώσεως των διισταμένων πριν μερίδων. Κοινή ακολουθία και για τους τρεις συνέθεσε ο Ευχαΐτων, ανταξία των τριών μεγάλων Πατέρων. Από τότε σε κοινή εικονογραφική παράστασι περιλαμβάνονται και οι τρεις, ντυμένοι τα αρχιερατικά των άμφια, με το Ιερό Ευαγγέλιο στο ένα χέρι, ευλογούν με το άλλο, σαν να παρευρίσκωνται όχι μόνον εν πνεύματι, αλλά και εν σώματι μεταξύ μας. Και είναι πράγματι οι αιώνιοι και αθάνατοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας του Χριστού. Εδίδαξαν με τον άγιο βίο των, με την έξοχο δράσι των, με τα σοφά των συγγράμματα. Σ’ αυτούς ενεσαρκώθη το τέλειο χριστιανικό ιδεώδες του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» πλασμένου και εν Χριστώ αναγεννημένου ανθρώπου. Και προ πάντων στα πρόσωπα αυτών των τριών Ιεραρχών συνηντήθη η παιδεία, η μόρφωσις και η ελληνική φιλοσοφική κατάρτισις με την χριστιανική αλήθεια. Ήσαν οι σοφοί κατά κόσμον και σοφοί κατά Θεόν. Αρμονικωτέρα σύζευξις ελληνισμού και χριστιανισμού σ’ όλη των την τελειότητα δεν παρουσιάσθηκε ποτέ στον κόσμο. Γι’ αυτό και η εορτή των απέβη εορτή της ελληνοχριστιανικής παιδείας, της οποίας διδάσκαλοι και πρότυπα υπήρξαν οι τρεις Ιεράρχαι.

Και της χριστιανικής όμως λατρείας υπήρξαν δημιουργικά στοιχεία οι τρεις Ιεράρχαι. Όχι μόνο την ετέλεσαν, ως ιερείς και αρχιερείς, αλλά και συνέβαλαν στην διαμόρφωσι και εξέλιξί της. Δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός, ότι με τα ονόματα και των τριών η εκκλησιαστική παράδοσις συνέδεσε την συγγραφή τριών λειτουργιών: των δύο γνωστών βυζαντινών λειτουργιών του Μεγάλου Βασιλείου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και μιας της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας που φέρεται υπό το όνομα του Γρηγορίου. Εξ άλλου και στους τρεις, και ιδιαιτέρως στον Μέγα Βασίλειο, αποδίδονται σειρές ολόκληρες ευχών, που κοσμούν τα λειτουργικά μας βιβλία. Είναι γνωστή και από τις ιστορικές πηγές η συμβολή του Μεγάλου Βασιλείου στην διαμόρφωσι των «ευκοσμιών του βήματος» και των διατάξεων των ευχών, καθώς και η προσπάθεια του Χρυσοστόμου για την αναζωογόνησι της λειτουργικής ζωής μεταξύ του ποιμνίου του στην Κωνσταντινούπολι. Ο Γρηγόριος ήταν και ποιητής και οι ύμνοι του, αν και δεν έχουν εισαχθή στην λατρεία μας, μπορούν να καταταγούν μεταξύ των καλλιτέρων και ωραιοτέρων προϊόντων της εκκλησιαστικής μας ποιήσεως.

Μπορείτε να ιδήτε στους βυζαντινούς μας ναούς να εικονίζωνται οι τρεις ιεράρχαι στην κόγχη του αγίου βήματος, με τα ειλητάρια της θείας λειτουργίας στα χέρια, να περιβάλλουν το θυσιαστήριο σαν να λειτουργούν αδιαλείπτως, όχι μόνο στο υπερουράνιο, αλλά και στο επίγειο θυσιαστήριο του Θεού, μαζί με τους ιερείς που τελούν τα μυστήρια σήμερα. Σαν να παρακάθηνται μαζί με ημάς στην ιδία κοινή ιερά τράπεζα και να μετέχουν της ιδίας πνευματικής τροφής.

Και σε μία άλλη εικονογραφική παράστασι θα συναντήσετε τους τρεις Ιεράρχας. Στην μεγάλη εξεικόνησι της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου, που ζωγραφείται από τους βυζαντινούς ζωγράφους στους νάρθηκας των ναών επάνω και γύρω από την κυρία πύλη του ναού. Στην ομάδα των σεσωσμένων, που εισέρχονται στον Παράδεισο του Θεού, θα διακρίνετε εύκολα τις τρεις σεβάσμιες μορφές των, όπως μας τις διέσωσε η εικονογραφική παράδοσις της Εκκλησίας μας και όπως περιγράφονται στο συναξάριο της εορτής των: «Ήσαν δε την θέσιν του σώματος και την μορφήν οι άγιοι ούτοι, έχοντες ούτως: Ο μεν θείος Χρυσόστομος, την ιδέαν του σώματος ην βραχύς πάνυ την ηλικίαν, μεγάλην κεφαλήν τοις ώμοις αιωρών, ισχνός εις το ακριβέστατον, επίρρινος, ευρύς τους μυκτήρας, ωχρότατος μετά του λευκού, κοίλους τους κόχλους των οφθαλμών έχων και βολβοίς τούτων κεχρημένος μεγάλοις, εφ’ οις και συνέβαινε, χαριέστερον, ταις όψεσιν αποστίλβειν, ει και τω λοιπώ χαρακτήρι τον αχθόμενον παρεδήλου∙ ψιλός και μέγας το μέτωπον και πολλαίς ταις βολίσι κεχαραγμένος∙ ώτα περικείμενος μεγάλα και το γένειον μικρόν και αραιότατον, υποπολιαίς ταις θριξίν εξανθών, τας σιαγόνας πεπιεσμένας είσω έχων τη νηστεία εις τον ακρότατον… Ο δε μέγας Βασίλειος ην την θέσιν του σώματος εις πολύ μήκος επί του ορθίου σχήματος αναδραμών∙ ξηρός και λιπόσαρκος, μέλας το χρώμα, ωχρότητι το πρόσωπον σύγκρατος∙ επίρρινος, εις κύκλον τας οφρύς περιηγμένος∙ το επισκύνιον συνεσπακώς, φροντιστικώ εοικώς, ολίγαις το πρόσωπον αμαρυγαίς ρυτιδούμενος∙ επιμήκης τας παρειάς∙ κοίλος τους κροτάφους, ηρέμα έχων εν χρω κουρίας∙ την υπήνην αρκούντως καθειμένος και μεσαιπόλιος… Ο δε γε ιερός Γρηγόριος ο Θεολόγος, κατά τον τύπον της ηλικίας του σώματος ετύγχανε μέτριος∙ ύπωχρος βραχύ μετά του χαρίεντος∙ σιμός, επ’ ευθείας τας οφρύς έχων∙ ήμερον βλέπων και προσηνές θάτερον, των οφθαλμών, ος ην δεξιός, στυγνότερον κεκτημένος, ον και ουλή κατά τον κανθόν συνήγε∙ τον πώγωνα ου βαθύς, δασύς δε επ’ ευθείας, ικανώς φαλακρός ταις θριξί, τα άκρα της γενειάδος ως περικεκαπνισμένα υποφαίνων».

Έτσι ακριβώς μας παρουσιάζει η Εκκλησία μας τα τρία μεγάλα αυτά τέκνα της. Σοφούς διδασκάλους και Πατέρας, που μας εδίδαξαν και μας διδάσκουν διαρκώς με την θεία σοφία των λόγων και των παραδειγμάτων των∙ ιερουργούς ενθέους των μυστηρίων της Εκκλησίας μας, συλλειτουργούντας μαζί μας και συνδοξολογούντας τον Θεό∙ πολίτας του ουρανού και οικήτορας του Παραδείσου της τρυφής. Και προς τον σκοπό αυτόν υπηρετούν όλα τα στοιχεία της λατρείας μας. Το εορτολόγιο, που φέρνει στην μνήμη μας τα ιερά αυτά πρόσωπα κατ’ έτος. Η υμνογραφία, που με τους ύμνους της εγκωμιάζει τους αγώνας και την δόξαν των. Τα συναξάρια, που μας περιγράφουν τον βίο και τας αρετάς των. Η εικονογραφία που ανιστορεί τις ιερές μορφές των και μας δίδει την δυνατότητα να βλέπωμε σαν ζωντανά τα πνευματικά αυτά αναστήματα.

Αυτό είναι το νόημα και ο σκοπός της τιμής των αγίων στην Εκκλησία μας. Να δείξη αυτή την αδιάλειπτο και αδιάσπαστο κοινωνία των μελών της Εκκλησίας. Κοινωνία ζώντων εν Χριστώ πιστών, είτε στη γη αυτή είτε στην μακαρία κατάστασι του ουρανού. Κοινωνία για την οποία δεν υπάρχουν νεκροί, αλλά μόνο ζώντες, εφ’ όσον όλοι όσοι αποτελούν μέλη της ηνώθησαν δια των μυστηρίων με τον αιώνιο και αθάνατο χορηγό της ζωής, τον Χριστό. Όλοι μαζί συνδοξολογούν και συνυμνούν τον Θεό και δέονται οι ζώντες για τους κεκοιμημένους και οι κεκοιμημένοι για τους ζώντας. Όλοι είναι πολίται της Βασιλείας, με την σφραγίδα της αθανασίας, με τα ονόματά των γραμμένα στο βιβλίο της ζωής.

Η ακολουθία των τριών Ιεραρχών αποδίδεται από τον συντάκτη του συναξαρίου της εορτής των στον Ιωάννη τον Μαυρόποδα, μητροπολίτη Ευχαΐτων, που «την εορτήν ταύτην παρέδωκε τη Εκκλησία εορτάζειν Θεώ» και συνέταξε γι’ αυτήν κανόνες, τροπάρια και εγκώμια. Εκτός όμως από τον Μαυρόποδα συνέβαλαν και άλλοι υμνογράφοι στην ολοκλήρωσι της υμνογραφίας της εορτής. Τα ιδιόμελα της λιτής και τα στιχηρά των αποστίχων του εσπερινού αποδίδονται στον Νείλο Ξανθόπουλο, το δε ιδιόμελο στο «Και νυν» των αποστίχων είναι ποίημα του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού. Ρητώς στον Ιωάννη αποδίδονται οι τρεις κανόνες. Θα παρατεθούν το πρώτο στιχηρό του εσπερινού του δ΄ ήχου, προσόμιο του «Ως γενναίον εν μάρτυσι», «Τα της χάριτος όργανα…». Το πρώτο των αποστίχων του πλ. α΄ ήχου, προσόμοιο του «Χαίροις ασκητικών», «Χαίροις Ιεραρχών η τριάς…». Το πρώτο των στιχηρών των αίνων του β΄ ήχου, προσόμοιο του «Ποίοις ευφημιών», «Ποίοις ευφημιών στέμμασι στεφανώσωμεν τους διδασκάλους…» και το δοξαστικό των στιχηρών του εσπερινού, ιδιόμελο του πλ. α΄ ήχου, «Σαλπίσωμεν εν σάλπιγγι ασμάτων…». Είναι από τα πιο χαρακτηριστικά τροπάρια της εορτής.

Από το βιβλίο «Λογική Λατρεία», Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Έκδοση Τρίτη, Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, σελ. 380 -388.

Η/Υ επιμέλεια, Κωνσταντίνας Κυριακούλη

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

... σιωπώ μιλώντας



... Νιώθω παράξενα...

Μόλις ήρθε ο άντρας μου και μαζί με το έτοιμο φαγητό (εφόσον έλειπα) μου έφερε και την εικόνα του Αγίου Νικολάου του καραβιού "SEA DUENDE"!

Μου την χάρισε ο καπετάνιος, ο κύριος Μπάμπης, "... για να την σώσω απ' τα παλιοσίδερα..."

Ήταν η απάντησή του στην ερώτησή μου, τότε, με το τσουρέκι, που του είπα να "σώσει" ενθύμια απ' το καράβι και κυρίως τον Άι - Νικόλα..."

"Θα στον δώσω..." μου είχε πει.
"Μα δεν μπορώ να κρατήσω για δική μου μια εικόνα με τόση ιστορία, τόσες θάλασσες, τόσα ταξίδια, τόσες προσευχές Ελλήνων Χριστιανών... Θα την πάω σε μια εκκλησία!" του είχα πει τότε.

(Μιλάμε ότι αυτή τη στιγμή έχω παραλύσει... Δεν είναι απ' την κούραση... Με το ζόρι πατάω τα γράμματα.)

Είχα περάσει απ' τα Χάνια χθες, όταν του τηλεφώνησα για να του πω, πως πάω εκτάκτως στο χωριό, εφόσον βρήκα αγροτικό και θα γύριζα σήμερα, δηλαδή απόψε, που θα είχαμε και εξελίξεις.

"Φεύγουμε απόψε!" μου είπε και στεναχωρέθηκα τόσο πολύ, που ήδη βρισκόμουνα μακριά.

"Τώρα πληρωνόμαστε ένας ένας, τα παιδιά παίρνουν και το εισητήριό τους για την πατρίδα και νύχτα φεύγουμε."

"Το καράβι μου;"
"Ήρθε ριμουλκό να το πάει στην Τουρκία για παλιοσίδερα..."
"Γιατί;"
"Το νέο αφεντικό δικό του είναι, για παλιοσίδερα το πάει! Εμείς πρέπει να κατέβουμε απ' το καράβι απόψε... κ.λ.π."
"Κι ο Άι Νικόλας; Μη τον ξεχάσεις! Μη τον αφήσεις εκεί..."
"Θα σου τον στείλω με έναν γνωστό στο περίπτερο... κ.λ.π."
"Μα, πρέπει να τον πάω σε μια Εκκλησία!"
"Να τον κρατήσεις σπίτι σου, στο εικόνισμά σου!" μου είπε.

Δεν ξέρω τι θα κάνω. Εκείνος θα μου πει. Θα βρει τον τρόπο...
Ξέρω ότι έχω παραλύσει απ' τη στιγμή που τον έχω κοντά μου!

Ο καπετάνιος είναι ήδη στην Αθήνα, αλλά ακόμα δεν μιλήσαμε για σήμερα.

Ευχαριστώ, καπετάνιε!
Αύριο θα τα πούμε.

Τα παιδιά εδώ και μια ώρα είναι στο αεροδρόμιο!
Εν μέρει χαρούμενα, εφόσον δεν πήραν όλα τους τα λεφτά.

ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ, παιδιά!

Με το καλό να βρείτε τις οικογένειές σας!

"Ο Θεός είναι Μεγάλος!" όπως κι αν τον λένε!

Υγ. Όχι, δεν ξέχασα το καράβι μου εκεί στα χιόνια. Απλά έπαιξα μαζί τους για να μην σκέφτομαι.

Το έλεγα κι απόψε στην παρέα που γυρίζαμε.

"Στο Βόλο με περιμένει ο Άγιος Νικόλαος!" τους είπα μόλις μου είπαν ότι η εκκλησία στην Πορταριά είναι του Αγίου Νικολάου κι εγώ το είχα ξεχάσει.

Γυρίζοντας σπίτι όμως, δεν Τον βρήκα...
Ήρθε μετά.

Βαρύ το "Φορτίο", καπετάνιε!

Τα ξαναλέμε...

Χρειάζομαι ύπνο.

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

Άγραφο

Καλά! Άμα συνεχίσω να γράφω εδώ τα "Ευχαριστώ μου", θα με πάρουνε στο ψιλό!
Τ' αφήνω λοιπόν, άγραφο... σαν τόσα άλλα!...

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

Πίσω μας στέκει ο Θεός HANS KILLIAN

Με αφορμή τις σκέψεις μου για τον θάνατο του Νίκου Κακαουνάκη, θυμήθηκα αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο του HANS KILLIAN, κι ακόμα περισσότερο την συγκλονιστική νύχτα που έφτασε στα χέρια μου αυτό το βιβλίο, για τη δική μου ζωή.
Ήταν μια νύχτα που ήξερα βάση γιατρού, ότι δεν θα ξημερώσω...
Κι αυτό το βιβλίο, ο τίτλος του δηλαδή, (ποιος προλάβαινε να διαβάσει εκείνη τη νύχτα;μόνο να γράψω, αλλά εκείνα είναι προσωπικά...) επέμενε να μου στέλνει μηνύματα αισιοδοξίας.
Τι να πρωτογράψει τώρα κανείς, όταν η ζωή τρέχει τόσο γρήγορα;
Σ' αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας και γιατρός παραδέχεται πως Άλλος είναι ο Μεγάλος Γιατρός και συμφωνώ απόλυτα μαζί του, όχι από έπαρση, αλλά επειδή είμαι η ίδια πολλές φορές, παθούσα.
Της παρατάσεως, δηλαδή...
Μόνο τότε μπορείς να καταλάβεις και τους γιατρούς, αλλά και τους ανθρώπους.

Μετάφραση

Δευτέρα, 04 Ιανουαρίου 2010

Μετάφραση

Έχω πάει σε αρκετές κηδείες. Ποτέ μου όμως δεν είχα δώσει τόσο μεγάλη βάση στα λόγια.
Κάποιες φράσεις μόνο έπιανα και λέξεις που με συγκινούσαν ιδιαίτερα μάλιστα και ανάλογα ποιον αποχαιρετούσα... ο πόνος γινότανε ακόμα και πιο βαθύς.
Αυτή τη φορά όμως, στον αποχαιρετισμό του κυρ Γιώργου,
θες ότι ήταν λίγα τα άτομα,
θες ότι δεν μπορούσα να βρω μέσα μου ποια ακριβώς ήταν τα συναισθήματά μου για κείνον, (ήξερα μόνο πως είχα σίγουρα μια μεγάλη συγχώρεση γι' αυτόν, γιατί τον κατέταξα στην κατηγορία "άρρωστος"),
θες ότι με τσάκισε στα δυο η σκηνή με την σκηνή της Κυριακούλας δίπλα του και δεξιά στο αναπηρικό καροτσάκι, να χαμογελάει και να του χαιδεύει τα χέρια,
(ενώ στη μαμά της που Έφυγε άδικα, πρόωρα και ανεξήγητα, δεν ήτανε... κ.λ.π.)
θες που δεν μπορούσα να σηκώσω το κεφάλι ψηλά
και κοίταζα κάτω τα χαλιά της εκκλησίας που ήταν κολλημένα μεταξύ τους με μονοτωτική ταινία για να μη λερώνονται,
θες γι' αυτό,
θες για οποιονδήποτε άλλο λόγο, άκουγα τα λόγια του παπά,
δηλαδή της νεκρώσιμης ακολουθίας
και προσπαθούσα να καταλάβω...
να μεταφράσω...
Η νεκρώσιμη ακολουθία όμως είχε τελειώσει, κι εγώ είχα κολλήσει σε κάποιες φράσεις που δεν "κάθισαν" καλά στ' αυτιά μου.
Μέρες το είχα στο μυαλό μου. Να το ψάξω στο γκουγκλ. Ειδικά το Ευαγγέλιο. Κάτι βρήκα και το κράτησα εδώ. Δεν το διάβασα όλο, ούτε είμαι σε φάση τώρα. Κάθε πράγμα θέλει τη στιγμή του.
Θυμάμαι μόνο που όταν σήκωσα το κεφάλι, αριστερά μου, μπροστά στο τέμπλο του Ιερού, αρκετά μακριά μου, και αρκετά στο βάθος, έβλεπα στην άκρη, κοντά στην άλλη πόρτα του Ιερού, την Αγιογραφία του Αγίου Εφραίμ και το ένα του χέρι ήταν χαμηλά στην κοιλιά του, σα να μου έλεγε: "Ήσυχα. Κράτα χαμηλούς τόνους. Υπομονή!"
Σοκαρίστηκα. Είπα μέσα μου: "Δεν πάω καλά. Παραισθήσεις έχω. Δε μπορεί ο Άγιος Εφραίμ να είναι και σ' αυτό το τέμπλο! Είμαι πολύ μακριά και κάνω λάθος. Να πάω στο τέλος, να δω, πόσο έξω έπεσα..."
Και πήγα...
αφού βοήθησα μαζί με τον Βασίλη την Κυριακούλα να χαιρετήσει για πάντα τον πατέρα της...
Κι εκεί τσακίστηκα...
Και μετά πήγα...
Και Ναι, ήταν πάλι Αυτός!
Και Ναι, δεν το πίστευα!
Και Ναι, Του, το είπα και δυνατά:
"Δεν το πιστεύω!"
Και μ' άκουσε κι ο παπάς...
Και του εξήγησα...
Και του έστειλα και λάδι για τα καντηλάκια, κι ας του είπε ο Βασίλης ότι "είναι καλό για μαγείρεμα!"
Κι έκανα υπομονή και κάνω, ακόμα.
Πόσο μάλλον τώρα που γελάει και είναι ευτυχισμένη η Κυριακούλα!
Και ευτυχώς που ακόμα έχω σώας τας φρένας και δεν έχω πραγματικά παραισθήσεις!
Τι νομίζεις;
Πολύ θέλει ο άνθρωπος, ειδικά αν τα "ψιλολογεί" όλα όπως εγώ;

Ἐξήγηση Νεκρώσιμης Ἀκολουθίας

Το αντέγραψα από την ΑΓΙΑ ΖΩΝΗ

Ἐξήγηση Νεκρώσιμης Ἀκολουθίας

Ὁ Ἄμωμος (ψαλμὸς 118).

Στάση πρώτη.

Ὅσοι εἶναι ἄμωμοι στὸ δρόμο τῆς ζωῆς τους, ἂς ὑμνοῦν τὸν Κύριον. Εὐλογητὸς εἶσαι Κύριε, δίδαξε μὲ τὶς ἐντολές σου. Μεγάλο πόθο ἔχει ἡ ψυχή μου νὰ ἐπιθυμεῖ καὶ νὰ θέλει τὰ κρίματά σου σὲ κάθε καιρό. Καταλήφθηκε ἀπὸ νυσταγμὸ ἡ ψυχή μου λόγω χαλάρωσης, στερέωσέ με στὰ λόγια σου. Κάνε τὴν καρδιά μου νὰ στραφεῖ στὰ μαρτύριά Σου καὶ ὄχι στὴν πλεονεξία. Ἡ ψυχή μου γέμισε ἀπὸ ἀθυμία ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ ἐγκαταλείπουν τὸν νόμο Σου. Ἐπικοινωνῶ μὲ ἐκείνους ποὺ σὲ σέβονται καὶ φυλάσσουν τὸν νόμο Σου.


Στάση δεύτερη.

Τὰ χέρια Σου μὲ δημιούργησαν καὶ μὲ ἔπλασαν, δῶσε μου σύνεση καὶ θὰ μάθω τὶς ἐντολές σου. Γιατί γεννήθηκα σὰν ἀσκὶ στὴν παγωνιά, ἀλλὰ τὰ δικαιώματά Σου δὲν λησμόνησα. Δικός σου εἶμαι Κύριε σῶσε με, τὰ δικαιώματά σου ζήτησα. Ἀπὸ τὰ κρίματά σου δὲν παρεξέκλινα, γιατί Σὺ ἔκαμες νόμο γιὰ μένα, ἐλέησέ με Κύριε. Στράφηκα μὲ τὴν καρδιά μου στὸ νὰ πράττω τὶς ἐντολές Σου μὲ σκοπὸ νὰ πάρω τὴν ἀνταμοιβή. Εἶναι καιρὸς Κύριε νὰ σώσεις τοὺς δούλους Σου ἐπειδὴ οἱ ἀσεβεῖς παραβίασαν τὸν νόμο Σου.


Στάση τρίτη.

Ἐλέησέ με, ἀλληλούια. Κοίτα με καὶ ἐλέησέ με μὲ τὴν κρίση Σου νὰ προστατεύεις αὐτοὺς ποὺ ἀγαποῦν τὸ ὄνομά Σου. Γιατί εἶμαι νέος καὶ περιφρονημένος, ἀλλὰ δὲν ξέχασα τὰ δικαιώματά Σου. Ἄκουσε τὴ φωνή μου σύμφωνα μὲ τὸ ἔλεός Σου καὶ μὲ τὴν κρίση Σου δῶσε μου ζωή. Ἄρχοντες μὲ ἐκδίωξαν ἄδικα καὶ ἐγὼ δειλίασα ἐξαιτίας τῶν λόγων Σου. Θὰ ζήσει ἡ ψυχή μου καὶ θὰ σὲ ὑμνήσει καὶ οἱ κρίσεις Σου θὰ μὲ βοηθήσουν. Πλανήθηκα σὰν τὸ χαμένο πρόβατο, ζήτησε νὰ μὲ βρεῖς γιατί τὶς ἐντολές Σου δὲν λησμόνησα.




Εὐλογητάρια

Εἶσαι εὐλογητὸς Κύριε διδαξὲ με τὰ δικαιώματά σου. Ὁ χορὸς τῶν Ἁγίων βρῆκε τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τὴν πόρτα τοῦ Παραδείσου, θὰ βρῶ καὶ ἐγὼ αὐτὴ τὴν ὁδὸ μὲ τὴν μετάνοια, γιατί εἶμαι τὸ χαμένο πρόβατο, ξανακάλεσέ με καὶ σῶσε με.

Ἐσὺ ποὺ μὲ ἔπλασες ἀπὸ τὸ μηδὲν καὶ μὲ τίμησες μὲ τὴν θεία σου εἰκόνα, ἀφοῦ παρέβηκα τὴν ἐντολή Σου μὲ γύρισες πάλι στὴν γῆ ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχομαι, ἐπανάφερέ με στὸ καθ’ ὁμοίωσιν γιὰ νὰ ξαναβρῶ τὴν παλαιὰ ὀμορφιά.

Εἶμαι εἰκόνα τῆς δόξας Σου ἂν καὶ φέρω σημάδια τῆς ἁμαρτίας. Λυπήσου τὸ πλάσμα Σου Δέσποτα καὶ καθάρισέ το μὲ τὴν εὐσπλαχνία Σου. Δῶσε μου τὴν πατρίδα ποὺ ποθῶ κάνοντάς με ξανὰ πολίτη τοῦ Παραδείσου.

Ἀνάπαυσε ὁ Θεὸς τὸν δοῦλο Σου καὶ τοποθέτησέ τον στὸν Παράδεισο ὅπου βρίσκονται χοροὶ τῶν Ἁγίων καὶ οἱ δίκαιοι θὰ λάμψουν ὡς φωστῆρες.
Ἀνάπαυσε τὸν δοῦλον Σου παραβλέποντας ὅλα τὰ ἁμαρτήματα.

Τὸ τριλαμπὲς τῆς μιᾶς Θεότητας ἂς ὑμνήσουμε μὲ εὐσέβεια λέγοντες. Ἅγιος εἶσαι ὁ Πατέρας ὁ ἄναρχος, ὁ συνάναρχος Υἱὸς καὶ τὸ Θεῖο Πνεῦμα. Φώτισέ μας ποὺ σὲ λατρεύουμε μὲ πίστη καὶ γλύτωσέ μας ἀπὸ τὸ αἰώνιο πῦρ τῆς κόλασης.

Χαῖρε σεμνὴ Σὺ ποὺ γέννησες κατὰ σάρκα τὸν Θεὸ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, διὰ τῆς ὁποίας τὸ γένος μας βρῆκε τὴν σωτηρία, μὲ Σένα θὰ βροῦμε τὸν Παράδεισο, Θεοτόκε, ἁγνή, εὐλογημένη.



Κοντάκιο

Μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους ἀνάπαυσε Χριστὲ τὴν ψυχὴ τοῦ δούλου Σου. ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει πόνος ἢ λύπη ἢ στεναγμός, ἀλλὰ μόνο ζωὴ ἀτελείωτη.



Νεκρώσιμα ἰδιόμελα

Ποιὰ ἀπόλαυση τῆς ζωῆς βρίσκεται ἀμέτοχη λύπης; Ποιὰ δόξα γήινη μένει σταθερὴ καὶ ἀμετάθετη; Ὅλα εἶναι ἀσθενέστερα ἀπὸ τὴν σκιὰ καὶ ἀπατηλότερα ἀπὸ τὸ ὄνειρο, μία στιγμὴ καὶ ὅλα τὰ διαδέχεται ὁ θάνατος. Ἀλλὰ ἀνάπαυσε Χριστὲ στὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου καὶ στὴ γλυκύτητα τῆς ὀμορφιᾶς Σου αὐτὸν ποὺ ἐξέλεξες σήμερα ὡς φιλάνθρωπος.

Σὰν τὸ λουλούδι μαραίνεται καὶ σὰν ὄνειρο φεύγει καὶ διαλύεται κάθε ἄνθρωπος. Ὅταν (στὴν δευτέρα Παρουσία) ἠχήσει ἡ σάλπιγγα ὅλοι οἱ νεκροὶ σὰν νὰ γίνεται σεισμός, θὰ ἀναστηθοῦν ἀπὸ τὰ μνήματα γιὰ νὰ Σὲ συναντήσουν Χριστέ. Τότε Δέσποτα αὐτὸν ποὺ πῆρες ἀπὸ ἐμᾶς νὰ κατατάξεις στὶς σκηνὲς τῶν Ἁγίων Σου, ἀναπαύων ἐκεῖ τὸ πνεῦμα τοῦ δούλου Σου.

Ἀλίμονο πόσο ἀγώνα ἔχει ἡ ψυχὴ ὅταν παλεύει νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα, πόσα δάκρυα χύνει τότε καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ τὴν ἐλεήσει. Βλέπει πρὸς τοὺς Ἀγγέλους, χωρὶς ὅμως ἀνταπόκριση. Πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τείνει τὰ χέρια χωρὶς νὰ τὴν βοηθήσει κάποιος. Γι’ αὐτὸ ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ ἀφοῦ κατανοήσουμε τὸ μικρὸ διάστημα τῆς ζωῆς μας, ἂς παρακαλέσουμε τὸν Χριστὸ νὰ χαρίσει ἀνάπαυση στὴν ψυχὴ τοῦ μεταστάντος καὶ στὶς ψυχές μας τὸ μεγάλο Του ἔλεος.

Ὅλα τὰ ἀνθρώπινα πράγματα εἶναι παροδικὰ καὶ δὲν ὑπάρχουν μετὰ τὸν θάνατο, οὔτε τὰ πλούτη παραμένουν, οὔτε ἡ δόξα μᾶς συνοδεύει. Γιατί ὅταν ἔρχεται ὁ θάνατος ὅλα αὐτὰ θὰ ἐξαφανιστοῦν. Γι’ αὐτὸ ἂς φωνάξουμε στὸν ἀθάνατο βασιλιὰ καὶ Χριστό μας, αὐτὸν ποὺ πῆρε ἀπὸ ἐμᾶς ἂς ἀναπαύσει ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἡ κατοικία ὅλων αὐτῶν ποὺ γεύονται τὴν εὐφροσύνη τῆς βασιλείας Του.

Εἶναι πράγματι φοβερὸ τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου, τὸ πῶς ἡ ψυχὴ βίαια χωρίζεται ἀπὸ τὴν ἁρμονική της σχέση μὲ τὸ σῶμα καὶ κόβεται ὁ φυσικός της δεσμὸς μὲ αὐτὸ μὲ τὴν ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ Σὲ παρακαλοῦμε τὸν δοτήρα τῆς ζωῆς καὶ φιλάνθρωπο ,τὸν μεταστάντα ἀνάπαυσε στὶς σκηνὲς τῶν δικαίων Σου.

Θυμήθηκα τὰ λόγια τοῦ Προφήτη ποὺ ἔλεγε ὅτι ἐγὼ εἶμαι χῶμα καὶ στάχτη καὶ εἶδα μὲ τὸ νοῦ μου τὰ μνήματα καὶ εἶδα τὰ ἄσαρκα ὀστᾶ καὶ εἶπα. Ἄρα ποιὸς εἶναι ( ὁ νεκρὸς ) βασιλιὰς ἢ στρατιώτης; πλούσιος ἢ πτωχός; δίκαιος ἢ ἁμαρτωλός; Ἀλλὰ ἀνάπαυσε Κύριε μὲ τοὺς δικαίους τὸν δοῦλο Σου, ὡς φιλάνθρωπος.

Ἀρχὴ γιὰ τὴν ὕπαρξή μου ἔγινε τὸ δημιουργικό Σου πρόσταγμα, γιατί νὰ μὲ πλάσεις ζῶο ἀναμικτο ἀπὸ ὁρατὴ καὶ ἀόρατη φύση, τὸ μὲν σῶμα μου τὸ πῆρες ἀπὸ τὴν γῆ, μοῦ ἔδωσες δὲ ψυχὴ μὲ τὴν θεία καὶ ζωαρχική Σου ἔμπνευση. Γι’ αὐτὸ Χριστὲ ἀνάπαυσε τὸν δοῦλο Σου στὴ χώρα τῶν ζώντων καὶ στὶς σκηνὲς τῶν δικαίων.

Ἀνάπαυσε Σωτήρα μας ποὺ δίνεις τὴν ζωή, τὸν ἀδελφό μας ποὺ μετέστησες ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα, ὁ ὁποῖος βοᾶ δόξα σὲ Σένα.

Θρηνῶ καὶ κλαίω ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατο καὶ δῶ στοὺς τάφους τὴν δική μας ὡραιότητα ποὺ πλάστηκε κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, χωρὶς μορφή, χωρὶς δόξα, χωρὶς εἶδος. Πόσο μεγάλο θαῦμα. Γιατί ἔγινε γιὰ ἐμᾶς αὐτὸ τὸ μυστήριο; Πῶς παραδοθήκαμε στὴν φθορὰ καὶ συζευχθήκαμε μὲ τὸν θάνατο. Ἀλήθεια αὐτὸ ἔγινε μὲ πρόσταγμα Θεοῦ, ὅπως λέγει ἡ Γραφή, ὁ ὁποῖος παρέχει στοὺς μεταστάντας τὴν ἀνάπαυση.

Ὁ θάνατός Σου Κύριε ἔγινε πρόξενος ἀθανασίας, διότι ἂν δὲν ἐνταφιαζόσουν στὸ μνῆμα, ὁ παράδεισος δὲν θὰ ἀνοιγόταν. Ἔτσι τὸν μεταστάντα ἀνάπαυσε ὡς φιλάνθρωπος.

Ἁγνὴ Παρθένε, ἡ πύλη ἀπὸ τὴν ὁποία πέρασε ὁ Θεὸς Λόγος στὸν κόσμο, ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἱκέτευε νὰ ἐλεηθεῖ ἡ ψυχή του.



Οἱ Μακαρισμοί

Θυμήσου μας Κύριε στὴ βασιλεία Σου.
Εὐτυχισμένοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν φτωχὸ πνεῦμα, γιατί σὲ αὐτοὺς ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Εὐτυχισμένοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ πενθοῦν, γιατί θὰ παρηγορηθοῦν, οἱ ἤρεμοι καὶ πρᾶοι γιατί θὰ κληρονομήσουν τὴν γῆ, αὐτοὶ ποὺ πεινοῦν καὶ διψοῦν τὴν δικαιοσύνη γιατί θὰ χορτάσουν.

Εὐτυχισμένοι οἱ ἐλεήμονες γιατί θὰ ἐλεηθοῦν.
Τὸν ληστὴ πάνω στὸ Σταυρὸ πού σοῦ φώναξε τὸ θυμήσου με, τὸν ἔκαμες πρῶτο πολίτη τοῦ Παραδείσου, τὴν μετάνοιά του αὐτὴ ἀξίωσε καὶ μένα νὰ τὴν βρῶ.

Εὐτυχισμένοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν καθαρὴ καρδιά, γιατί αὐτοὶ θὰ δοῦν τὸν Θεό.
Σὺ Θεὲ ποὺ κυριεύεις τὴν ζωὴ καὶ τὸν θάνατο, ἀνάπαυσε στὶς αὐλὲς τῶν Ἁγίων Σου, αὐτὸν ποὺ διάλεξες ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα, ὁ ὁποῖος βοᾶ θυμήσου με στὴν βασιλεία Σου.

Εὐτυχισμένοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ κάνουν εἰρήνη, γιατί θὰ ὀνομαστοῦν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ.
Σὺ Κύριε, ποὺ δεσπόζεις στὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματα καὶ ποὺ κρατᾶς στὰ χέρια Σου τὴν πνοή μας καὶ εἶσαι ἡ παρηγοριὰ τῶν θλιβομένων, ἀνάπαυσε στὴν χώρα τῶν δικαίων τὸν μεταστάντα δοῦλο Σου.

Εὐτυχισμένοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ διώκονται ἐξαιτίας τῆς δικαιοσύνης, διότι σὲ αὐτοὺς ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Ὁ Χριστὸς ἂς σὲ ἀναπαύσει στὴν χώρα τῶν δικαίων καὶ νὰ σοῦ ἀνοίξει τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου καὶ νὰ σὲ ἀναδείξει πολίτη τῆς βασιλείας Του καὶ νὰ σοῦ δώσει ἄφεση ἁμαρτιῶν ποὺ ἔπραξες στὴ ζωή σου, φιλοχρίστε.

Εὐτυχισμένοι εἶστε ὅταν σᾶς κατηγορήσουν οἱ ἄνθρωποι καὶ σᾶς διώξουν καὶ σᾶς συκοφαντήσουν μὲ ψεύδη ἐξαιτίας Μου.
Ἂς βγοῦμε καὶ νὰ δοῦμε στοὺς τάφους ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι γυμνὰ ὀστᾶ, τροφὴ γιὰ τὰ σκουλήκια καὶ δυσοσμία καὶ νὰ σκεφτοῦμε ποιὰ ἀξία ἔχει ὁ πλοῦτος, ἡ ὀμορφιά, ἡ δύναμη καὶ ἡ εὐπρέπεια.

Νὰ εἶστε χαρούμενοι, γιατί ὁ μισθὸς σας εἶναι μεγάλος στὸν οὐρανό.
Ἂς ἀκούσουμε τί λέγει ὁ Παντοκράτορας Θεός, ἀλίμονο σὲ σᾶς ποὺ ζητᾶτε νὰ δεῖτε τὴν φοβερὴ ἡμέρα τῆς κρίσεως. Αὐτὴ εἶναι σκοτάδι καὶ ἡ φωτιὰ θὰ δοκιμάσει τὰ σύμπαντα.

Στὴν ἄναρχη γέννηση τῆς Τριάδας, Πατέρα προσκυνῶ ποὺ γέννησε τὸν Υἱό, τὸν Υἱὸ δοξάζω ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀνυμνῶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ συνεκλάμπει μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό.

Πῶς ἀπὸ τοὺς μαστούς Σου πηγάζεις γάλα Παρθένε; Πῶς τρέφεις Αὐτὸν ποὺ τρέφει τὴν κτίση; Ἀσφαλῶς ὅπως γνωρίζει αὐτὸς ποὺ πήγασε νερὸ ἀπὸ τὴν πέτρα καὶ ἄνοιξε τὶς φλέβες τῶν νερῶν γιὰ νὰ ξεδιψάσει τὸν λαό, ὅπως λέει ἡ Γραφή.



Ἀπόστολος ( Α΄ Θεσ., Δ,13-17)

Ἀδέλφια μου δὲν θέλω νὰ ἀγνοεῖται σχετικὰ μὲ τοὺς κεκοιμημένους, γιὰ νὰ μὴ λυπάσθε ὅπως οἱ ὑπόλοιποι ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα (ἀναστάσεως).Ἂν πιστεύουμε ὅτι ὁ Ἰησοῦς πέθανε καὶ ἀναστήθηκε, ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντες μὲ πίστη θὰ τοὺς φέρει στὴν αἰώνια ζωὴ μὲ τὸν Ἰησοῦ. Γιατί σᾶς λέμε τὰ λόγια του Κυρίου, ὅτι ἐμεῖς οἱ ζωντανοὶ δὲν θὰ προφθάσουμε τοὺς νεκρούς, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς προλάβουν στὴν προϋπάντηση τοῦ Κυρίου. Γιατί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μὲ πρόσταγμα, μὲ φωνὴ ἀρχαγγέλου καὶ μὲ σάλπισμα Θεοῦ θὰ κατέβει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ οἱ νεκροὶ ποὺ κοιμήθηκαν μὲ πίστη στὸν Χριστὸ θὰ ἀναστηθοῦν πρῶτοι. Ἔπειτα ἐμεῖς οἱ ζωντανοί, μαζὶ μὲ αὐτοὺς θὰ ἁρπαγοῦμε σὲ νεφέλες γιὰ νὰ συναντήσουμε στὸν ἀέρα τὸν Κύριο καὶ ἔτσι θὰ εἴμαστε πάντοτε μαζί Του.



Εὐαγγέλιο ( Κατά Ἰωάννην ε΄ 24-30 )

Εἶπε ὁ Κύριος στοὺς Ἰουδαίους ποὺ ἦλθαν νὰ Τὸν συναντήσουν. Σᾶς βεβαιώνω ὅτι ἐκεῖνος ποὺ ἀκούει τὸν λόγο μου καὶ πιστεύει σὲ αὐτὸν ποὺ μὲ ἔστειλε, ἔχει αἰώνια ζωὴ καὶ δὲν κρίνεται, ἀλλὰ μετέβη ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωή. Σᾶς βεβαιώνω ὅτι ἔρχεται ὥρα, κοντά, στὴν ὁποία οἱ νεκροὶ θὰ ἀκούσουν τὴν φωνὴ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτοὶ ποὺ τὴν ἄκουσαν θὰ ζήσουν. Γιατί, ὅπως ὁ Πατέρας ἔχει στὴν φύση Του ζωή, ἔτσι ἔδωσε καὶ στὸν Υἱὸ ζωὴ καὶ ἐξουσία νὰ κάνει κρίση, ἀφοῦ εἶναι Υἱὸς ἀνθρώπου. Μὴν ἀπορεῖτε γι’ αὐτό, γιατί πλησιάζει ὥρα κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι οἱ νεκροὶ στὰ μνημεῖα θὰ ἀκούσουν τὴν φωνή Του καὶ αὐτοὶ ποὺ ἔκαναν τὰ ἀγαθὰ θὰ ἀναστηθοῦν στὴν αἰώνια ζωή, ἐνῶ αὐτοὶ ποὺ ἔκαναν φαῦλα πράγματα θὰ ἀναστηθοῦν σὲ αἰώνια κρίση. Δὲν μπορῶ ἀπὸ μόνος Μου νὰ κάνω τίποτα. Ὅπως ἀκούω, κρίνω καὶ ἡ κρίση Μου εἶναι δίκαιη, γιατί δὲν ἐπιζητῶ τὸ θέλημά Μου, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα Μου ποὺ Μὲ ἔστειλε.



Εὐχές συγχωρητικές

Ἐσὺ ποὺ εἶσαι Θεὸς τῶν πνευμάτων καὶ κάθε σαρκικῆς φύσεως, ποὺ καταπάτησες τὸν θάνατο καὶ κατάργησες τὸν διάβολο καὶ χάρισες ζωὴ στὸν κόσμο, Ἐσὺ Κύριε ἀνάπαυσε τὴν ψυχὴ τοῦ δούλου Σου σὲ τόπο φωτεινό, σὲ τόπο χλοερό, σὲ τόπο ἀναψύξεως, ὅπου δὲν ὑπάρχει, ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός. Κάθε ἁμάρτημα ποὺ ἔκαμε μὲ λόγια ἢ ἔργα ἢ μὲ τὴν σκέψη, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς συγχώρεσέ το. Διότι δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ θὰ ζήσει στὴν γῆ καὶ δὲν θὰ ἁμαρτήσει, Ἐσὺ μόνο εἶσαι ἐκτός τῆς ἁμαρτίας, ἡ δικαιοσύνη Σου εἶναι αἰώνια καὶ ὁ λόγος Σου ἀλήθεια.



Εὐχή σὲ περίπτωση κατάρας

Κύριε καὶ Θεέ μας, Ἐσὺ ποὺ μὲ τὴν ἄρρητή Σου σοφία δημιούργησες τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ χῶμα καὶ τοῦ ἔδωσες ὡραία μορφὴ καὶ ὀμορφιά, τὸν στόλισες μὲ τὰ χαρίσματά Σου σὰν τίμιο καὶ οὐράνιο κτῆμα Σου γιὰ νὰ σὲ δοξάζει, ἐπειδὴ τὸν ἔπλασες κατὰ τὴν εἰκόνα καὶ τὸ ὁμοίωμά Σου.

Αὐτὸς ὅμως παρέβη τὴν ἐντολὴ καὶ τὸ πρόσταγμά Σου καὶ τὴν εἰκόνα Σου ποὺ δέχτηκε δὲν τήρησε ὅπως τὴν παρέλαβε. Ἔτσι γιὰ νὰ μὴ μείνει ἀθάνατο τὸ κακὸ ποὺ μπῆκε στὸν κόσμο, ἀπὸ φιλανθρωπία διέταξες νὰ διαλύεται ἡ κράση καὶ ἡ μίξη αὐτὴ καὶ νὰ κόβεται ὁ ἄρρηκτος δεσμὸς σώματος καὶ ψυχῆς, ὥστε ἡ ψυχὴ νὰ πηγαίνει ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου προῆλθε μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς κοινῆς ἀνάστασης (τῶν σωμάτων),τὸ δὲ σῶμα νὰ διαλύεται ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου δημιουργήθηκε (χῶμα).

Γι’ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς σὲ παρακαλοῦμε τὸν ἄναρχο Πατέρα καὶ τὸν μονογενῆ σου Υἱὸ καὶ τὸ πανάγιο καὶ ὁμοούσιο καὶ ζωοποιὸ Ἅγιο Πνεῦμα Σου, νὰ μὴ παραβλέψεις τὸ πλάσμα Σου, ὥστε νὰ ἀπολεσθεῖ, ἀλλὰ τὸ μὲν σῶμα του νὰ διαλυθεῖ, ἡ δὲ ψυχὴ νὰ καταταχθεῖ στὸν χορὸ τῶν δικαίων.

Ναὶ, Κύριε, ἂς νικήσει τὸ ἀμέτρητο ἔλεός Σου καὶ ἡ φιλανθρωπία Σου. Καὶ εἴτε ὁ δοῦλος Σου αὐτὸς ὑπέπεσε σὲ κατάρα τοῦ πατέρα ἢ τῆς μητέρας του ἢ σὲ δικό του ἀνάθεμα, ἢ μὲ τὴν συμπεριφορὰ του λύπησε κάποιον Ἱερέα, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔβαλε ἄλυτο δεσμὸ ἢ ἔπεσε σὲ βαρὺ ἀφορισμὸ ἀπὸ Ἀρχιερέα καὶ ἀπὸ ἀμέλεια ἢ ραθυμία του δὲν συγχωρήθηκε ὅσο ζοῦσε, συγχώρησέ τον ἀπὸ ἐμένα, ἂν καὶ εἶμαι ἀνάξιος καὶ ἁμαρτωλός. Καὶ τὸ μὲν σῶμα του διάλυσε, τὴν δὲ ψυχὴ του κατάταξε στὶς σκηνὲς τῶν Ἁγίων Σου. Ναὶ, Κύριε ὁ Θεός, σὺ ποὺ ἔδωσες τὴν ἐξουσία αὐτὴ στοὺς Ἁγίους Σου Μαθητὲς καὶ Ἀποστόλους, ὥστε νὰ δίνουν ἄφεση, λέγοντάς τους: Ὅσα ἂν δέσετε καὶ λύσετε, νὰ εἶναι δεμένα καὶ λυμένα, δι’ αὐτῶν καὶ σέ μᾶς, ἂν καὶ ἀνάξιους, τὴν ἴδια ἐξουσία ἔδωσες, λύσε τὸν κοιμηθέντα δοῦλο Σου ἀπὸ τὸ ψυχικὸ καὶ σωματικὸ ἁμάρτημα καὶ ἂς εἶναι συγχωρημένος καὶ σὲ αὐτὸν τὸν αἰώνα καὶ στὸν μελλοντικό, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων Σου.


Ἄλλη Εὐχή

Δέσποτα τοῦ ἐλέους, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός μας, Σὺ ποὺ ἔδωσες τὰ κλειδιὰ τῆς οὐράνιας βασιλείας στοὺς Ἁγίους μαθητὲς καὶ Ἀποστόλους καὶ μὲ τὴν χάρη Σου τοὺς ἔδωσες τὴν ἐξουσία νὰ δένουν καὶ νὰ λύνουν τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νὰ εἶναι δεμένα στὸν οὐρανὸ ὅσα ἔχουν δεθεῖ στὴν γῆ καὶ λυμένα στὸν οὐρανὸ ὅσα ἔχουν λυθεῖ στὴ γῆ. Ἐμᾶς τοὺς εὐτελεῖς καὶ ἀνάξιους δούλους Σου ἀξίωσες νὰ γίνουμε διάδοχοι τῆς ὑπεραγίας δωρεᾶς καὶ χάριτος μὲ τὴν φιλανθρωπία Σου, ὥστε παρόμοια νὰ δένουμε καὶ νὰ λύνουμε ὅσα συμβαίνουν στὸ λαό Σου. Αὐτὸς ἀγαθὲ βασιλιὰ, συγχώρησε δι’ ἐμοῦ τοῦ ταπεινοῦ καὶ ἀνάξιου δούλου Σου τὸν δοῦλο σου (κοιμηθέντα) ἂν κάτι ὡς ἄνθρωπος ἔκανε στὴν ζωή του. Καὶ δῶσε ἄφεση σὲ ὅσα ἢ μὲ λόγια ἢ μὲ ἔργα ἢ μὲ τὸ μυαλὸ του ἁμάρτησε, λύνοντας τὸν δεσμὸ μὲ τὸν ὁποῖο ἢ ὁ ἴδιος σὲ στιγμὴ ἀπροσεξίας ἢ ἀπὸ ἄλλη αἰτία ἔδεσε τὸν ἑαυτό του ἢ δέθηκε ἀπὸ Ἀρχιερέα ἢ ἀπὸ κάποιον ἄλλο ἔπεσε σὲ αὐτὸ τὸ ὀλίσθημα ἀπὸ φθόνο καὶ συνεργασία τοῦ διαβόλου. Εὐδόκησε ἡ ψυχή του νὰ καταταχθεῖ μὲ τοὺς Ἁγίους, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ εὐαρέστησαν ἐνώπιόν Σου, τὸ δὲ σῶμα του νὰ δοθεῖ στὴν φύση ποὺ Σὺ δημιούργησες.


Εὐχὴ σὲ ἱερέα

Σὲ εὐχαριστοῦμε Κύριε καὶ Θεέ μας γιατί σὲ ἐσένα ἀνήκει ἡ ἀθάνατη ζωὴ καὶ ἡ δόξα καὶ τὸ ἀμέτρητο ἔλεος καὶ ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ βασιλεία ποὺ δὲν ἔχει διαδοχὴ καὶ δὲν ὑπάρχει προσωποληψία ἐνώπιόν Σου. Γιατί σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὅρισες τὸ κοινὸ χρέος τοῦ βίου (τὸ θάνατο) ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα. Γι’ αὐτὸ σὲ παρακαλοῦμε Κύριε καὶ Θεέ μας τὸν δοῦλο Σου Ἱερέα, ἀδελφὸ καὶ συλλειτουργό μας καὶ ὁ ὁποῖος κοιμήθηκε μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως στὴν αἰώνια ζωή, ἀνάπαυσε στοὺς κόλπους Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ. Καὶ ὅπως στὴν γῆ τὸν ἀξίωσες νὰ γίνει λειτουργός Σου, ἔτσι ἀνάδειξε τὸν λειτουργὸ καὶ στὸ οὐράνιο θυσιαστήριό Σου. Καὶ ὅπως μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων τὸν ἐκόσμησες μὲ τὸ ἀξίωμα τῆς ἱερατικῆς Σου χάριτος, ἔτσι καὶ μεταξὺ τῶν ἀγγέλων παράλαβέ τον ἀκατάκριτον στὴν Τριαδικὴ δόξα Σου. Ἐσὺ ποὺ ἔκανες ἔνδοξη τὴν ζωή του στὴ γῆ, κάνε μὲ τὸν θάνατό του νὰ μπεῖ στὸν τόπο τῶν Ἁγίων Σου καὶ τοποθέτησε τὸ πνεῦμα του μεταξὺ ἐκείνων ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ Σὲ εὐαρέστησαν.


Ὁ τελευταῖος ἀσπασμός

Ἐλᾶτε νὰ δώσουμε τὸν τελευταῖο ἀσπασμὸ στὸν νεκρὸ εὐχαριστοῦντες τὸ Θεό. Αὐτὸς ἔφυγε ἀπὸ τὴν συγγένειά του καὶ πρὸς τὸν τάφο πηγαίνει, μὴ φροντίζοντας πλέον τὰ μάταια τῆς ζωῆς καὶ τοῦ σώματος. Ποῦ θὰ εἶναι τώρα συγγενεῖς καὶ φίλοι; Τώρα χωριζόμαστε καὶ ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο νὰ τὸν ἀναπαύσει.



Πρωτότυπο Κείμενο

Ἱερεύς: Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Λαός: Ἀμήν.

ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ

Ἀπὸ Ψαλμὸν 118 Ἦχος πλ. β'

Ἄμωμοι ἐν ὁδῷ, ἀλληλούϊα.

Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου. Ἀλληλούϊα.

Ἐπεπόθησεν ἡ ψυχή μου τοῦ ἐπιθυμῆσαι τὰ κρίματά σου ἐν παντὶ καιρῷ. Ἀλληλούϊα.

Ἐνύσταξεν ἡ ψυχὴ μου ἀπὸ ἀκηδίας, βεβαίωσόν με ἐν τοῖς λόγοις σου. Ἀλληλούϊα.

Κλῖνον τὴν καρδίαν μου εἰς τὰ μαρτύριά σου, καὶ μὴ εἰς πλεονεξίαν. Ἀλληλούϊα.

Ἀθυμία κατέσχε με ἀπὸ ἁμαρτωλῶν, τῶν ἐγκαταλιμπανόντων τὸν νόμον σου. Ἀλληλούϊα.

Μέτοχος ἐγώ εἰμι πάντων τῶν φοβουμένων σε, καὶ τῶν φυλασσόντων τὰς ἐντολάς σου. Ἀλληλούϊα.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι, καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἷς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. Ἀλληλούϊα.



Ἱερεύς: Ἐλέησον ἡμᾶς ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, δεόμεθά σου, ἐπάκουσον καὶ ἐλέησον.

Ἐτι δεόμεθα ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ κεκοιμημένου δούλου (τῆς κεκοιμημένης δούλης) τοῦ Θεοῦ (Ν), καὶ ὑπὲρ τοῦ συγχωρηθῆναι αὐτῷ (αὐτῇ) πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καὶ ἀκούσιον.

Ὅπως Κύριος ὁ Θεός, τάξῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ (αὐτῆς) ἔνθα οἱ δίκαιοι ἀναπαύονται, τὰ ἐλέη τοῦ Θεοῦ, τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, καὶ ἄφεσιν τῶν αὐτοῦ (αὐτῆς) ἁμαρτιῶν, παρὰ Χριστῷ τῷ ἀθανάτῳ Βασιλεῖ καὶ Θεῷ ἡμῶν αἰτησώμεθα.

Ἱερεύς: Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Λαός: Κύριε, ἐλέησον.

Ἱερεύς: Ὅτι σὺ εἶ ἡ ἀνάστασις, ἡ ζωή, καὶ ἡ ἀνάπαυσις τοῦ κεκοιμημένου δούλου (τῆς κεκοιμημένης δούλης) σου (Ν), Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Λαός: Ἀμήν.



ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

Ἦχος πλ. α'

Αἱ χεῖρές σου ἐποίησάν με καὶ ἔπλασάν με, συνέτισόν με καὶ μαθήσομαι τὰς ἐντολάς σου. Ἐλέησόν με, Κύριε.

Ὅτι ἐγενήθην ὡς ἀσκὸς ἐν πάχνῃ, τὰ δικαιώματά σου οὐκ ἐπελαθόμην. Ἐλέησόν με, Κύριε.

Σός εἰμι ἐγώ, σῶσόν με, ὅτι τὰ δικαιώματά σου ἐξεζήτησα. Ἐλέησόν με, Κύριε.

Ἀπὸ τῶν κριμάτων σου οὐκ ἐξέκλινα, ὅτι σὺ ἐνομοθέτησάς με. Ἐλέησόν με, Κύριε.

Ἔκλινα τὴν καρδίαν μου, τοῦ ποιῆσαι τὰ δικαιώματά σου εἰς τὸν αἰῶνα δι' ἀντάμειψιν. Ἐλέησόν με, Κύριε.

Καιρὸς τοῦ ποιῆσαι τῷ Κυρίῳ, διεσκέδασαν τὸν νόμον σου. Ἐλέησόν με, Κύριε.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι, καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. Ἐλέησόν με, Κύριε, Κύριε.



ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ

Ἦχος πλ. δ'

Καὶ ἐλέησόν με. Ἀλληλούϊα.

Ἐπίβλεψον ἐπ' ἐμὲ καὶ ἐλέησόν με, κατὰ τὸ κρῖμα τῶν ἀγαπώντων τὸ ὄνομά σου. Ἀλληλούϊα.

Νεώτερος ἐγώ εἰμι, καὶ ἐξουδενωμένος, τὰ δικαιώματά σου οὐκ ἐπελαθόμην. Ἀλληλούϊα.

Τῆς φωνῆς μου ἄκουσον, Κύριε, κατὰ τὸ ἔλεός σου, κατὰ τὸ κρῖμα σου ζῆσόν με. Ἀλληλούϊα.

Ἄρχοντες κατεδίωξάν με δωρεάν, καὶ ἀπὸ τῶν λόγων σου ἐδειλίασεν ἡ καρδία μου. Ἀλληλούϊα.

Ζήσεται ἡ ψυχή μου καὶ αἰνέσει σε, καὶ τὰ κρίματά σου βοηθήσει μοι.

Ἐπλανήθην ὡς πρόβατον ἀπολωλός, ζήτησον τὸν δοῦλόν (τὴν δούλην) σου, ὅτι τὰς ἐντολάς σου οὐκ ἐπελαθόμην.



ΕΥΛΟΓΗΤΑΡΙΑ

Ἦχος πλ. α'

Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.

Τῶν Ἁγίων ὁ χορός, εὗρε πηγὴν τῆς ζωῆς καὶ θύραν Παραδείσου, εὕρω κἀγώ, τὴν ὁδὸν διὰ τῆς μετανοίας, τὸ ἀπολωλὸς πρόβατον ἐγώ εἰμι· ἀνακάλεσαί με, Σωτήρ, καὶ σῶσόν με.

Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.

Ὁ πάλαι μέν, ἐκ μὴ ὄντων πλάσας με, καὶ εἰκόνι σου θείᾳ τιμήσας, παραβάσει ἐντολῆς δὲ πάλιν με ἐπιστρέψας εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθην, εἰς τὸ καθ' ὁμοίωσιν ἐπανάγαγε, τὸ ἀρχαῖον κάλλος ἀναμορφώσασθαι.

Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.

Εἰκών εἰμι, τῆς ἀρρήτου δόξης σου, εἰ καὶ στίγματα φέρω πταισμάτων, οἰκτείρησον τὸ σὸν πλάσμα, Δέσποτα, καὶ καθάρισον σῇ εὐσπλαγχνίᾳ, καὶ τὴν ποθεινὴν πατρίδα παράσχου μοι, Παραδείσου πάλιν ποιῶν πολίτην με.

Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.

Ἀνάπαυσον, ὁ Θεὸς τὸν δοῦλόν (τὴν δούλην) σου, καὶ κατάταξον αὐτόν (αὐτήν) ἐν Παραδείσῳ, ὅπου χοροὶ τῶν Ἁγίων, Κύριε, καὶ οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς φωστῆρες, τὸν κεκοιμημένον δοῦλόν (τὴν κεκοιμημένην δούλην) σου ἀνάπαυσον, παρορῶν αὐτοῦ (αὐτῆς) πάντα τὰ ἐγκλήματα.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Τριαδικὸν

Τὸ τριλαμπὲς τῆς μιᾶς Θεότητος, εὐσεβῶς ὑμνήσωμεν βοῶντες· Ἅγιος εἶ, ὁ Πατὴρ ὁ ἄναρχος, ὁ συνάναρχος Υἱὸς καὶ θεῖον Πνεῦμα· φώτισον ἡμᾶς πίστει σοι λατρεύοντας, καὶ τοῦ αἰωνίου πυρὸς ἐξάρπασον.

Καὶ νῦν...

Χαῖρε σεμνή, ἡ Θεὸν σαρκὶ τεκοῦσα, εἰς πάντων σωτηρίαν, δι' ἧς γένος τῶν ἀνθρώπων εὕρατο τὴν σωτηρίαν, διὰ σοῦ εὕροιμεν Παράδεισον, Θεοτόκε, ἁγνὴ εὐλογημένη.



Ἀλληλούϊα, ἀλληλούϊα, ἀλληλούϊα. Δόξα σοι ὁ Θεός. (3)



Ἦχος πλ. δ'

Μετὰ τῶν Ἁγίων ἀνάπαυσον, Χριστε, τὴν ψυχὴν τοῦ δούλου (τῆς δούλης) σου, ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος.

Ἦχος α'

Ποία τοῦ βίου τρυφὴ διαμένει λύπης ἀμέτοχος; Ποία δόξα ἕστηκεν ἐπὶ γῆς ἀμετάθετος; Πάντα σκιᾶς ἀσθενέστερα, πάντα ὀνείρων ἀπατηλότερα· μία ῥοπὴ καὶ ταῦτα πάντα θάνατος διαδέχεται. Ἀλλ' ἐν τῷ φωτί, Χριστέ, τοῦ προσώπου σου, καὶ τῷ γλυκασμῷ τῆς σῆς ὡραιότητος, ὅν (ἥν) ἐξελέξω ἀνάπαυσον ὡς φιλανθρωπος.

Ἦχος β'

Ὡς ἄνθος μαραίνεται, καὶ ὡς ὄναρ παρέρχεται, καὶ διαλύεται πᾶς ἄνθρωπος, πάλιν δὲ ἠχούσης τῆς σάλπιγγος, νεκροί, ὡς ἐν συσσεισμῷ, πάντες ἀναστήσονται πρός τὴν σὴν ὑπάντησιν, Χριστὲ ὁ Θεός· τότε, Δέσποτα, ὅν (ἥν) μετέστησας ἐξ ἡμῶν, ἐν ταῖς τῶν Ἁγίων σου κατάταξον σκηναῖς, τὸ πνεῦμα τοῦ σοῦ δούλου (τῆς σῆς δούλης) Χριστέ.

Ἄλλο ἐκτὸς τοῦ Τυπικοῦ. Ἦχος β'

Οἴμοι, οἷον ἀγῶνα ἔχει ἡ ψυχή, χωριζομένη ἐκ τοῦ σώματος! Οἴμοι, πόσα δακρύει τότε, καὶ οὐχ ὑπάρχει ὁ ἐλεῶν αὐτήν! Πρὸς τούς Ἀγγέλους τὰ ὄμματα ῥέπουσα, ἄπρακτα καθικετεύει, πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τὰς χεῖρας ἐκτείνουσα, οὐκ ἔχει τὸν βοηθοῦντα. Διό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἐννοήσαντες ἡμῶν τὸ βραχὺ τῆς ζωῆς, τῷ μεταστάντι (τῇ μεταστάσῃ) τὴν ἀνάπαυσιν, παρὰ Χριστοῦ αἰτησώμεθα, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἦχος γ'

Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον, οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα·ἐπελθὼν γὰρ ὁ θάνατος, ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται. Διό, Χριστῷ τῷ ἀθανάτῳ Βασιλεῖ βοήσωμεν· Τὸν μεταστάντα (τὴν μεταστᾶσαν) ἐξ ἡμῶν ἀνάπαυσον, ἔνθα πάντων ἐστὶν εὐφραινομένων ἡ κατοικία.

Ἦχος δ'

Ὄντως φοβερώτατον τὸ τοῦ θανάτου μυστήριον, πῶς ψυχὴ ἐκ τοῦ σώματος, βιαίως χωρίζεται ἐκ τῆς ἁρμονίας, καὶ τῆς συμφυΐας ὁ φυσικώτατος δεσμός, θείῳ βουλήματι ἀποτέμνεται. Διό σε ἱκετεύομεν· Τὸν μεταστάντα (τὴν μεταστᾶσαν) ἀνάπαυσον, ἐν σκηναῖς τῶν δικαίων σου, ζωοδότα φιλάνθρωπε.

Ἄλλο ἐκτὸς τοῦ Τυπικοῦ. Ἦχος δ'

Ποῦ ἐστιν ἡ τοῦ κόσμου προσπάθεια; Ποῦ ἐστιν ἡ των προσκαίρων φαντασία; Ποῦ ἐστιν ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος; Ποῦ ἐστι τῶν ἱκετῶν ἡ πλημμύρα καὶ ὁ θόρυβος; Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά. Ἀλλὰ δεῦτε βοήσωμεν τῷ ἀθανάτῳ Βασιλεῖ· Κύριε, τῶν αἰωνίων σου ἀγαθῶν ἀξίωσον τὸν μεταστάντα (τὴν μεταστᾶσαν) ἐξ ἡμῶν, ἀναπαύων αὐτόν (αὐτήν) ἐν τῇ ἀγήρῳ μακαριότητι.

Ἦχος πλ. α'

Ἐμνήσθην τοῦ Προφήτου βοῶντος· Ἐγώ εἰμι γῆ καὶ σποδός, καὶ πάλιν κατενόησα ἐν τοῖς μνήμασι καὶ εἶδον τὰ ὀστᾶ τὰ γεγυμνωμένα καὶ εἶπον: Ἄρα τὶς ἐστι, βασιλεύς ἢ στρατιώτης, ἢ πλούσιος ἢ πένης, ἢ δίκαιος ἢ ἁμαρτωλός; Ἀλλὰ ἀνάπαυσον, Κύριε, μετὰ δικαίων τὸν δοῦλόν (τὴν δούλην) σου ὡς φιλάνθρωπος.

Ἦχος πλ. β'

Ἀρχὴ μοι καὶ ὑπόστασις, τὸ πλαστουργόν σου γέγονε πρόσταγμα· βουληθεὶς γὰρ ἐξ ἀοράτου τε, καὶ ὁρατῆς με ζῷον συμπῆξαι φύσεως, γῆθεν μου τὸ σῶμα διέπλασας, δέδωκας δὲ μοι ψυχήν, τῇ θείᾳ σου καὶ ζωοποιῷ ἐμπνεύσει. Διό, Χριστέ, τὸν δοῦλόν (τὴν δούλην) σου, ἐν χώρᾳ ζώντων, ἐν σκηναῖς δικαίων ἀνάπαυσον.

Ἦχος βαρὺς

Ἀνάπαυσον, Σωτὴρ ἡμῶν ζωοδότα, ὃν μετέστησας ἀδελφόν (ἣν μετέστησας ἀδελφήν) ἡμῶν, ἐκ τῶν προσκαίρων, κράζοντα (κράζουσαν) δόξα σοι.

Ἄλλο ἐκτὸς τοῦ Τυπικοῦ. Ἦχος βαρὺς

Κατ' εἰκόνα σὴν καὶ ὁμοίωσιν, πλαστουργήσας κατ’ ἀρχὰς τὸν ἄνθρωπον, ἐν Παραδείσῳ τέθεικας κατάρχειν σου τῶν κτισμάτων, φθόνῳ δὲ διαβόλου ἀπατηθείς, τῆς βρώσεως μετέσχε, τῶν ἐντολῶν σου παραβάτης γεγονώς· διὸ πάλιν εἰς γῆν ἑξ ἧς ἐλήφθη, κατεδίκασας ἐπιστρέφειν, Κύριε, καὶ αἰτεῖσθαι τὴν ἀνάπαυσιν.

Ἦχος πλ. δ'

Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατον , καὶ ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειμένην τὴν κατ’εἰκόνα Θεοῦ, πλασθεῖσαν ἡμῖν ὡραιότητα, ἄμορφον, ἄδοξον, μὴ ἔχουσαν εἶδος. Ὢ τοῦ θαύματος! Τὶ τὸ περὶ ἡμᾶς τοῦτο γέγονε μυστήριον; Πῶς παρεδόθημεν τῇ φθορᾷ , καὶ συνεζεύχθημεν τῷ θανάτῳ; Ὄντως Θεοῦ προστάξει, ὡς γέγραπται, τοῦ παρέχοντος τοῖς μεταστᾶσι τὴν ἀνάπαυσιν.

Δόξα...

Ὁ θάνατός σου, Κύριε, ἀθανασίας γέγονε πρόξενος· εἰ μὴ γὰρ ἐν μνήματι κατετέθης, οὐκ ἂν ὁ Παράδεισος ἠνέῳκτο, διὸ τὸν μεταστάντα (τὴν μεταστᾶσαν) ἀνάπαυσον ὡς φιλάνθρωπος.

Καὶ νῦν...

Ἁγνὴ Παρθένε τοῦ Λόγου Πύλη, τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Μήτηρ, ἱκέτευε ἐλεηθῆναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ (αὐτῆς).



ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ

Ἐν τῇ βασιλείᾳ σου, μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε.

Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία των οὐρανῶν.

Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακλήθησονται.

Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν.

Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται.

Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται.

Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται.

Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται.

Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία των οὐρανῶν.

Μακάριοί ἐστε, ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ῥῆμα, καθ' ὑμῶν ψευδόμενοι, ἕνεκεν ἐμοῦ.

Χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς.



Προκείμενον Ἦχος γ'

Ἀναγνώστης: Μακαρία ἡ ὁδός, ᾗ πορεύει σήμερον, ὅτι ἡτοιμάσθη σοι τόπος ἀναπαύσεως.

Ἱερεύς: Πρόσχωμεν.

Ἀναγνώστης: Πρὸς σέ, Κύριε, κεκράξομαι, ὁ Θεός μου.

Ἱερεύς: Σοφία.

Ἀναγνώστης: Πρὸς Θεσσαλονικεῖς Α' Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ἀνάγνωσμα. (Κεφ. 4, 13-17)

Ἱερεύς: Πρόσχωμεν.

Ἀναγνώστης: Ἀδελφοί, οὐ θέλω ὑμᾶς ἀγνοεῖν περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα. Εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὀς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ. Τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες, οἱ περιλειπόμενοι εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου, οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας, ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος, ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ, καταβήσεται ἀπ' οὐρανοῦ καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι, ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα.

Ἱερεύς: Εἰρήνη σοι.

Λαός: Ἀλληλούϊα, ἀλληλούϊα, ἀλληλούϊα.

Ἱερεύς: Σοφία· ὀρθοί. Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου. Εἰρήνη πᾶσι.

Λαός: Καὶ τῷ Πνεύματί σου,

Ἱερεύς: Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην ἁγίου Εὐαγγελίου τὸ ἀνάγνωσμα. (Κεφ. 5, 24-30)

Λαός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Ἱερεύς: Πρόσχωμεν.

Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους· Ἀμήν, ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με, ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν. Ἀμήν, ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται· ὥσπερ γὰρ ὁ Πατὴρ ἔχει ζωὴν ἐν ἑαυτῷ, οὕτως ἔδωκε καὶ τῷ Υἱῷ ζωὴν ἔχειν ἐν ἑαυτῷ καὶ ἐξουσίαν ἔδωκεν αὐτῷ καὶ κρίσιν ποιεῖν, ὅτι υἱὸς ἀνθρώπου ἐστι. Μὴ θαυμάζετε τοῦτο, ὅτι ἔρχεται ὥρα, ἐν ᾖ πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ, καὶ ἐκπορεύσονται, οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως, οὐ δύναμαι ἐγὼ ποιεῖν ἀπ' ἐμαυτοῦ οὐδέν. Καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστίν, ὅτι οὐ ζητῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμὸν ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός.

Λαός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Ἱερεύς: Ἐλέησον ἡμᾶς ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, δεόμεθά σου, ἐπάκουσον καὶ ἐλέησον.

Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ κεκοιμημένου δούλου (τῆς κεκοιμημένης δούλης) τοῦ Θεοῦ (Ν) καὶ ὑπὲρ τοῦ συγχωρηθῆναι αὐτῷ (αὐτῇ) πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καὶ ἀκούσιον.

Ὅπως Κύριος ὁ Θεὸς τάξῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ (αὐτῆς) ἔνθα οἱ δίκαιοι ἀναπαύονται, τὰ ἐλέη τοῦ Θεοῦ, τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν καὶ ἄφεσιν τῶν αὐτοῦ (αὐτῆς) ἁμαρτιῶν, παρὰ Χριστῷ τῷ ἀθανάτῳ Βασιλεῖ καὶ Θεῷ ἡμῶν αἰτησώμεθα.

Ἱερεύς: Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Λαός: Κύριε, ἐλέησον.

Ἱερεύς: ὁ Θεὸς τῶν πνευμάτων καὶ πάσης σαρκός, ὁ τὸν θάνατον καταπατήσας τὸν δὲ διάβολον καταργήσας καὶ ζωὴν τῷ κόσμῳ σου δωρησάμενος, αὐτός, Κύριε, ἀνάπαυσον καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ κεκοιμημένου δούλου (τῆς κεκοιμημένης δούλης) σου (Ν), ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως, ἔνθα ἀπέδρα πᾶσα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός. Πᾶν ἁμάρτημα τὸ παρ’ αὐτοῦ (αὐτῆς) πραχθὲν ἐν λόγῳ ἢ ἔργῳ ἢ διανοίᾳ, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς συγχώρησον· ὅτι οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος ὅς ζήσεται καὶ οὐχ ἁμαρτήσει· σὺ γὰρ μόνος, Κύριε, ἐκτὸς ἁμαρτίας ὑπάρχεις, ἡ δικαιοσύνη σου, δικαιοσύνη εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ὁ λόγος σου ἀλήθεια.

Ὅτι σὺ εἶ ἡ ἀνάστασις, ἡ ζωὴ καὶ ἡ μακαρία ἀνάπαυσις τοῦ κεκοιμημένου δούλου (τῆς κεκοιμημένης δούλης) σου (Ν), Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ καί, ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Λαός: Ἀμήν.



Ἱερεύς: Δόξα σοι ὁ Θεός, ἡ ἐλπὶς ἡμῶν, δόξα σοι.

Ὁ καὶ νεκρῶν καὶ ζώντων τὴν ἐξουσίαν ἔχων ὡς ἀθάνατος Βασιλεύς, καὶ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν, Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν, ταῖς πρεσβείαις τῆς παναχράντου ἁγίας αὐτοῦ Μητρός, τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν ὁσίων καὶ θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν, τῶν ἁγίων ἐνδόξων Προπατόρων Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ, τοῦ ὁσίου καὶ δικαίου φίλου αὐτοῦ Λαζάρου τοῦ τετραημέρου, καὶ πάντων των Ἁγίων, τὴν ψυχὴν τοῦ ἐξ ἡμῶν μεταστάντος δούλου (τῆς ἐξ ἡμῶν μεταστάσης δούλης) αὐτοῦ (Ν), ἐν σκηναῖς δικαίων τάξαι, ἐν κόλποις , Ἀβραὰμ ἀναπαύσαι, καὶ μετὰ δικαίων συναριθμήσαι ἡμᾶς δ' ἐλεήσαι καὶ σώσαι ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος καὶ ἐλεήμων Θεός.



Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιομακάριστε καὶ ἀείμνηστε ἀδελφὲ ἡμῶν. (3)

Γιὰ γυναίκα: Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιομακάριστος καὶ ἀείμνηστος ἀδελφὴ ἡμῶν. (3)

Λαός: Αἰωνία ἡ μνήμη. (3)



Ἦχος β'

Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου σε νεκρὸν

Δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμόν, δῶμεν ἀδελφοὶ τῷ θανόντι (τῇ θανούσῃ), εὐχαριστοῦντες Θεῷ· οὗτος (αὗτη) γὰρ ἐξέλιπε τῆς συγγενείας αὐτοῦ (αὐτῆς), καὶ πρὸς τάφον ἐπεὶγεται, οὐκ ἔτι φροντίζων (φροντίζουσα), τὰ τῆς ματαιότητος καὶ πολυμόχθου σαρκός. Ποῦ νῦν συγγενεῖς τε καὶ φίλοι; Ἄρτι χωριζόμεθα ὅνπερ (ἥνπερ), ἀναπαῦσαι Κύριος εὐξώμεθα.



Ποῖος χωρισμός, ὦ ἀδελφοί, ποῖος κοπετός, ποῖος θρῆνος, ἐν τῇ παρούσῃ ῥοπῇ ! Δεῦτε οὖν ἀσπάσασθε τόν (τήν) πρὸ μικροῦ μεθ' ἡμῶν· παραδίδοται τάφῳ γάρ, καλύπτεται λίθῳ, σκότει κατοικίζεται, νεκροῖς συνθάπτεται· πάντες συγγενεῖς τε καὶ φίλοι, ἄρτι χωριζόμεθα ὅνπερ (ἥνπερ), ἀναπαῦσαι Κύριος εὐξώμεθα.

Δόξα... Καὶ νῦν... Θεοτοκίον

Σῷζε τοὺς ἐλπίζοντας εἰς σέ, Μήτηρ τοῦ ἀδύτου Ἡλίου, Θεογεννήτρια, αἴτησαι πρεσβείαις σου τὸν Ὑπεράγαθον, ἀναπαῦσαι δεόμεθα, τὸν νῦν μεταστάντα (τὴν νῦν μεταστᾶσαν), ἔνθα ἀναπαύονται αἱ τῶν δικαίων ψυχαί, θείων ἀγαθῶν κληρονόμον, δεῖξον ἐν αὐλαῖς τῶν δικαίων εἰς μνημόσυνον, Πανάμωμε, αἰώνιον.



Ἱερεύς: Ὅτι σὺ εἶ ἡ ἀνάστασις, ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάπαυσις τοῦ κεκοιμημένου δούλου (τῆς κεκοιμημένης δούλης) σου (Ν), Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰωνων. Ἀμήν.



Δι' εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

Αποσπάσματα απ' το "Συγγνώμη, άντρα μου που αγάπησα τον πατέρα σου"


.................

Να μην τα πολυλογώ, (στα πολύ προσωπικά, δεν σε παίρνει πολλές φορές να πολυλογείς…), βρεθήκαμε στο Νοσοκομείο του Βόλου. Εκεί βρήκαμε τους συγγενείς απ’ έξω και τον παππού τον είχαν μέσα οι γιατροί. Ανήσυχη και ανυπόμονη, ως συνήθως εγώ, χώθηκα μέσα, διεκδικώντας να δω τον πατέρα, όπως θα έκανα για τον δικό μου πατέρα. Εκεί έμαθα από έναν υπάλληλο της κούριερ, ότι: «Έναν παππού τον έχουν στην ανάνηψη! Τρέξανε οι γιατροί να τον επαναφέρουνε, αλλά, δεν ξέρω κιόλας, δύσκολα τα πράγματα…»

Τρελάθηκα! Δεν ήξερα αν είναι σίγουρα ο δικός μου ο παππούς, μα ήθελα να τον δω, να βεβαιωθώ πως δεν πρόκειται για τον δικό μας. Χώθηκα παράνομα στον διάδρομο και άνοιξα την πόρτα του θαλάμου. Όταν είδα πως ήταν ο «δικός μου», μου κόπηκαν τα πόδια.

… Να μην τα «πολυλογώ»… βρέθηκα να παρακαλάω μία γιατρό, να μ’ αφήσει να του μιλήσω έστω για λίγο, γιατί πιστεύω ότι η ψυχή ακούει, και θέλω να του πω κάποια πράγματα που δεν πρόλαβα και ίσως να τον συγκινήσω και τον επαναφέρω. Είδε την κατάστασή μου η γιατρός, ποιος ξέρει τι σκέφτηκε από μέσα της η γυναίκα, άνθρωπος ήταν, την λύγισα και μ’ άφησε: «Μόνο για λίγο…», όπως είπε. Της το υποσχέθηκα και το τήρησα. Εκείνη έπρεπε να φύγει και μ’ άφησε παράνομα μεν, αλλά απ’ ότι κατάλαβα είπε και δυο λογάκια κρυφά στον κουριερά: «Να με προσέχει». Το κατάλαβα, γιατί μόλις έφυγε εκείνη, ήρθε αυτός μέσα. Εμένα δεν με πείραζε. Είχα να πω δυο λόγια στον παππού, ας τ’ άκουγε. Αρκεί να τ’ άκουγε κι εκείνος. Ο κουριεράς έκανε ότι δεν με παρακολουθεί, παρακολουθούσε όμως την οθόνη που έγραφε ένα νούμερο πενήντα και έδειχνε κάτι σαν καρδιογράφημα. Ο παππούς διασωληνωμένος, με βηματοδότη από χρόνια, το κορμί του ακόμα ζούσε…

Να μην τα πολυλογώ κι εδώ, είδα έναν παππού γεμάτο καλώδια, πρησμένο και παραμορφωμένο. Λύγισα. Μου ‘ρχότανε να λιποθυμήσω σ’ αυτή την εικόνα του. Άντεξα όμως, γιατί είχα θυμώσει μαζί του. Αν μ’ αγαπούσε, δεν θα έφευγε έτσι. Η απόφασή του έδειχνε πως δεν ήθελε να γνωρίσω εγώ πατέρα κι ούτε θα έρχονταν να μείνει σπίτι μου. Είχε αποφασίσει να πάει στο Λενιώ του.

Του τα είπα: «Ξέρω πως δεν μ’ αγάπησες ποτέ σου μπαμπά… Προσπάθησα να είμαι πάντα η καλή νύφη, αλλά δεν πειράζει. Δεν θέλησες να ‘ρθεις κοντά μου. Καλό ταξίδι, μπαμπά! Να μου φιλήσεις την μάννα και το Λενιώ σου. Ούτε εκείνη μ’ αγάπησε, μα πριν φύγει, μ’ ευχαρίστησε για όλα και μου είπε ότι μ’ αγαπάει. Ενώ εσύ, ούτε καν με χαιρέτησες. Φεύγεις σαν κλέφτης. Δεν πειράζει μπαμπά. Μην φοβάσαι! Καλό ταξίδι. Για να μην φύγεις έτσι, θα σου πω μια προσευχούλα», του είπα συγκινημένη, σαν να με άκουγε.

Είπα το «Πάτερ Υμών» ολόκληρο και δυνατά και μετά, μου βγήκε και το σταύρωμα «Ιησούς Χριστός νικά και όλα τα κακά σκορπά». Δεν το κατάλαβα. Σα να τον ξεμάτιαζα! Κοίταζε ο κουριεράς και ίσως κουφάθηκε ο άνθρωπος. Βλέποντας το βλέμμα του, σου λέει: «Αυτή παπάς το παίζει;» κατάλαβα πως είχα ξεφύγει… και πως είχα καταχραστεί την καλοσύνη τους.

Εν τω μεταξύ εκείνη η οθόνη είχε αλλάξει νούμερο και έδειχνε εβδομήντα τέσσερα. Τα σχέδια άρχισαν να τρέχουν χωρίς διακοπές και να ανεβαίνουν πιο ψηλά. Ο παππούς όμως, κόκαλο. Ζωντανός νεκρός. Παγωμένος, μάρμαρο. Πρησμένος και μελανιασμένος απ’ το ηλεκτροσόκ. Ασάλευτος. Του έσφιξα το χέρι. Όλη αυτή την ώρα αυτό έκανα. Τον χάιδευα και έκλαιγα και στο τέλος του είπα: «Πρέπει να φύγω παππού. Δως μου το σημάδι σου ότι μ’ άκουσες κι ότι θέλεις να ζήσεις… Μ’ ακούς; Η Αύρα είμαι! Δως μου το σημάδι σου!» και βγήκα κλαίγοντας.

Κάθισα εκεί στον διάδρομο ταραγμένη. Δεν ήθελα να βγω έξω, δεν ήθελα να δω κανέναν απ’ τους συγγενείς, ούτε ακόμα και τον άντρα μου. Ένιωθα πως αυτοί φταίγανε που μου στέρησαν τον πατέρα. Οι άλλοι για άλλους λόγους κι ο άντρας μου που δεν πάτησε πόδι, να τον πάρουμε με το ζόρι απ’ τον Σεπτέμβριο.

Δεν είχα συνέλθει καλά καλά, όταν άκουσα τους γιατρούς, να λένε στον κουριερά: «Να φωνάξεις απ’ έξω, έναν συγγενή του Παπ.»

Δεν χρειάστηκε να μου το πει. Τον κοίταξα στα μάτια και μπήκα μέσα στους γιατρούς. Κάποια νοσοκόμα με οδήγησε σ’ ένα γραφείο. Εκεί μία κυρία μου έδωσε μια σακούλα με τα τελευταία ρούχα του και ότι είχε στις τσέπες του. Μου ζήτησε να βάλω υπογραφή και με ρώτησε; «Τι τον είχα…»

«Νύφη του…» είπα και τα πήρα. Υπέγραψα με τρεμάμενο χέρι κι από μέσα μου πάλεψε ένας δισταγμός, για το αν έχω το δικαίωμα να τα πάρω εγώ, μαζί με τον εγωισμό και την υπερηφάνεια, ότι για να τύχει να τα παραλάβω εγώ, μου αξίζει αυτή η στιγμή.

Κρατούσα την σακούλα αγκαλιά, την έσφιγγα σαν να κρατούσα ένα μωρό και λύγισαν τα γόνατά μου. Κάθισα κάτω «κούκου», για να μην σωριαστώ. Ένας γιατρός που με είδε να παρευρίσκομαι στον χώρο, με ρώτησε γιατί είμαι εκεί και με μάλωσε να βγω έξω. Τον παρακάλεσα να μ’ αφήσει. «Να συνέλθω πρώτα εγώ, να βρω δύναμη και μετά να βγω έξω, να με δουν οι άλλοι με τα ρούχα», του είπα.

Με άφησε. Σεβάστηκε την στιγμή μου. Ήταν όλη δική μου. Όσες θυσίες έκανα τόσα χρόνια που δεν αναγνωρίστηκαν απ’ αυτόν τον πατέρα, τις είχα πληρωθεί μ’ αυτή τη σακούλα και μ’ ένα φακελάκι που μέσα είχε δέκα ευρώ. Αυτά είχε στην τσέπη του, στο παντελόνι που του φόρεσαν όταν τον βρήκαν γυμνό στο μπάνιο, αυτά μου έδωσαν.

Αφού συνήλθα, βγήκα έξω. Κρατούσα την σακούλα με τα ρούχα αγκαλιά για ώρα, ακόμα κι όταν έστειλα τον άντρα μου να πάει να τον δει. Κανένας δεν την πρόσεξε και κανένας δεν με ρώτησε τι κρατάω. Ούτε καν ο γιος του. Εκείνος δεν άντεχε να πάει να τον δει, μα εγώ επέμενα: «Πρέπει! Μπορεί να σε περιμένει! Μίλα του. Είμαι σίγουρη πως καταλαβαίνει!»

Πήγε σφιγμένος, δεν άντεξε και βγήκε αμέσως. Μετά, κάτι μου είπε σχετικά με το ότι: «Η ζωή συνεχίζεται… και να μην κάνω έτσι…» και κάτι άλλα περί συγγενών, τα πήρα στο κρανίο… (που λένε οι νέοι, κι όχι εγώ) και του έδωσα την σακούλα, για να τον ξυπνήσω συναισθηματικά και να του σπάσω αυτόν τον πάγο που φέρνει η ψυχρή λογική σ’ έναν γιο, που το παίζει άντρας, την ώρα που φεύγει ο πατέρας του.

«Τι κρατάς;» με ρώτησε.

«Τα τελευταία ρούχα του πατέρα σου! Πάρ’ τα!» είπα και του τα έχωσα στην αγκαλιά του.

Να μην τα πολυλογώ (έτσι θα το συνεχίσω, όταν πρέπει να ξεφεύγω…), αν και με είχαν βγάλει έξω από τα απαγορευμένα εδάφη των γιατρών, είχα δουλέψει και είχα βάλει τα τσιράκια μου να με ενημερώνουν. Είχα αποκτήσει ήδη φίλους που με ενημέρωναν για το πώς πάει ο παππούς και μου είπαν πως:

«Τώρα θα τον πάνε για ακτινογραφία».

Αναθάρρεψα! Μάλλον «ο παππούς μ’ άκουσε και έδωσε το σημάδι του…» σκέφτηκα και χάρηκα και το είπα και στους άλλους.

Νωρίτερα, κρυφ’ ανοίγοντας την πόρτα, είδα και άκουσα που ρώταγαν οι νοσοκόμοι τους γιατρούς:

«Να μεταφέρουμε τον Παπ. στην Παθολογική;»

Ένας γιατρός τους απάντησε: «Ποια Παθολογική;»

Σα να έλεγε: «Για το νεκροτομείο είναι αυτός!»

Εκεί ζάρωσα και βγήκα έξω. Από κει και μετά και αφού έμαθα πως θα τον πήγαιναν για ακτινογραφία, πήγα απ’ την άλλη πόρτα στο ακτινολογικό, τον βρήκα, του μίλαγα, του χάιδευα χέρια, πόδια, ότι έφτανα, μα ο παππούς κανένα εμφανές σημάδι ζωής. Διασωληνωμένος, καλώδια και οθόνες, πάνω στο φορείο του. Μετά, μου τον πήραν πάλι, ώσπου τα τσιράκια (φιλαράκια, καλά παιδιά και κυρίως Άνθρωποι!) μου μαρτύρησαν πως είπαν οι γιατροί:

«Αν αντέξει ο Παπ. αυτό το επεισόδιο, θα γίνει εκατό χρονών! Μετά αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν ανάγκη».

Την ίδια νύχτα μας έστειλαν στην Εντατική της Λάρισας. Ο παππούς με άκουσε και άρχισε να δείχνει τα σημάδια του. Ήθελε να ζήσει πια, για μας! Εγώ ήμουνα πολύ χαρούμενη και αισιόδοξη.

Εμείς φθάσαμε πριν το ασθενοφόρο και περιμέναμε. Ξημερώματα 28ης Οκτωβρίου, εμείς γυρίσαμε Βόλο. Ο παππούς έπρεπε να μείνει μόνος του εκεί. Εγώ ήθελα να μείνω, αλλά δεν μ’ άφηναν. Όχι τόσο οι αυστηροί κανόνες του Νοσοκομείου, όσο τα ταμπού των συγγενών.

Το επόμενο επισκεπτήριο ήταν στις 3:30 το μεσημέρι. Φυσικά και θα ξαναπήγαινα!

Πήγαμε μαζί με τον Δημήτρη και την Σοφία. Φόρεσα τη ρόμπα και την μάσκα και πήγα πρώτη να τον δω, γεμάτη λαχτάρα. Τον είδα κόκαλο και κοκάλωσα κι εγώ. Ήταν χειρότερα απ’ ότι στο Νοσοκομείο του Βόλο. Η οθόνη έδειχνε 14 παλμούς! Δεν το άντεξα. Θύμωσα, κι όταν θυμώνω εγώ, μαλώνω. Έτσι μάλωσα κι εκείνον, κι ας λένε ότι δεν καταλάβαινε… Τον απείλησα ότι εγώ δεν θα ξαναπάω να τον δω. Ότι δεν θέλω να τον βλέπω έτσι, σε καταστολή και διασωληνωμένο. Κι έφυγα γρήγορα, αφού πρώτα τον χάιδεψα και τον φίλησα.

Μετά πήγε ο Δημήτρης, ο οποίος βγήκε ακόμα πιο γρήγορα από μένα, φοβερά συγκινημένος: «Πάει! Μέχρι εδώ ήταν ο πατέρας μου…»

Μιλήσαμε με τους γιατρούς. Μας είπαν πως θα κάνανε συμβούλιο την επόμενη μέρα και θα αποφάσιζαν αν θα τον βάλλουν σε τεχνητό μηχάνημα ή όχι. Για ότι αποφάσιζαν πάντως, θα μας ενημέρωναν στο επόμενο ραντεβού, την άλλη μέρα, την Τετάρτη.



29/10 14:32 Τετάρτη Ήρθα στο πάρκο με τις πάπιες. Στη λίμνη. Δεν μπορούσα να πάω σπίτι.

Πρώτα απ’ όλα, σ’ ευχαριστώ, Θεέ! Σ’ ευχαριστώ Άγιε Εφραίμ που μεσολαβείς, μ’ ακούς και με βοηθάς. Ξέρω ότι έγινες ο προστάτης μου και είσαι κοντά μου. Πήρα το μήνυμα απ’ το όνειρο το πρωί, μεταφράστηκε στην Βούλα, θα έρθω για «Αίτηση» στις 6,30. Όλοι οι δρόμοι οδηγούν εκεί. Θα έρθω.

Ξύπνησα απ’ αυτό το έντονο όνειρο: Είχα μπροστά μου τον υπολογιστή και μια αντρική φωνή μου υπαγόρευε δυνατά να δακτυλογραφήσω την λέξη: «ΑΙΤΗΣΗ». Ξύπνησα και είχα την αίσθηση πως αυτή η λέξη δεν είχε καμιά σχέση με τα λογιστικά, αλλά με τα θρησκευτικά. Ρώτησα την Βούλα κι εκείνη μου είπε ότι: «Τετάρτη απόγευμα είναι ανοιχτό το εκκλησάκι του Αγίου Εφραίμ, λειτουργεί και μου ζητάει να πάω να κάνω παράκληση για τον πεθερό μου!»

Χάρηκα αυτή τη μετάφραση της Βούλας, ίσως γιατί τον χρειαζόμουνα και η ίδια.

Φυσικά και θα πήγαινα! Έτσι κι αλλιώς στον παππού είπα πως δεν θα ξαναπάω, αν δεν γίνει καλά. Εγώ πήγα για δουλειά και ο Δημήτρης πήγε να τον δει μόνος του.

«Ο παππούς είναι καλύτερα. Τον ξυπνήσανε οι γιατροί και καταλαβαίνει». Κάτι είπε ο Δημήτρης ότι δεν κουνάει, αλλά, δεν με νοιάζει. Αρκεί να καταλαβαίνει. Θέλω να του δώσω όση στοργή δεν έχει πάρει στη ζωή του κι αυτή θα την πάρει με την ψυχή του. Δεν χρειάζεται χέρι ή πόδι. Ότι του έλλειψε θέλω να του το δώσω.

«Εγώ δεν είχα πατέρα. Εγώ δεν είχα πατέρα…» μου είχε σφηνωθεί στο μυαλό από χθες που του το είπα και σήμερα αντιλαλούσε στο κεφάλι μου συνέχεια αυτή η πρόταση. Στιγμές, στιγμές, μ’ έπιανε το παράπονο κι έκλαιγα. Στον δρόμο, στο περίπτερο, όπου.

Σήμερα μου σφηνώθηκαν στο μυαλό και κάποια άλλα λόγια και ακούω στο κεφάλι μου μια δεύτερη φωνή να τα επαναλαμβάνει συνέχεια. Λες και μια κασέτα είχε κολλήσει και επαναλάμβανε τα ίδια λόγια, όλη μέρα και παντού. Στο σπίτι, στον δρόμο, στη δουλειά: «Μισώ όλους όσους μου στέρησαν αυτόν τον πατέρα. Δεν θα σας συγχωρήσω ποτέ. Σας μισώ που με κρατάτε μακριά του. Σας μισώ! Σας μισώ!»

Πέρασε τώρα. Δεν τους μισώ. Θέλω να γίνει καλά. Τίποτ’ άλλο. Τα σημάδια, μελετώντας τα πουλιά, το είδος και το πέταγμά τους, λένε ότι: «θα ζήσει!» Αργεί ακόμα η στεναχώρια.

16:59 Μετά απ’ αυτό το τηλέφωνο της Χαράς ... όλοι οι δρόμοι οδηγούν σε ΣΕΝΑ, Άγιε Εφραίμ!

Δεν γράφω τώρα. Άκυρον. Θα φωτογραφήσω εκείνη τη χήνα που προσπαθεί να βρει σταγόνες νερού στον σωλήνα της κλειστής βρύσης.

Νερό; Που θα βρω νερό να τους δώσω να πιούνε;



Στο σπίτι μου βρήκα νερό. Γέμισα έναν παλιό κουβά που είχα στον κήπο, τον κρέμασα στο τιμόνι απ’ το μηχανάκι μου και τον πήγα στις πάπιες και στις χήνες της λίμνης. Φυσικά ο κουβάς έφτασε μισός από νερό και το παντελόνι μου μούσκεμα, πάντως έφτασε! Έτσι βρεγμένη πήγα στο εκκλησάκι που ήταν γεμάτο κόσμο. Εκεί ένιωσα μεγάλη ψυχική γαλήνη μέσα μου και οι ελπίδες μου για τον παππού ζωντάνεψαν. Ήδη: «Ο παππούς κούνησε χέρι και πόδι σήμερα και άρχισε να καταλαβαίνει!» μου είπε ο άντρας μου απ’ το τηλέφωνο.

Την άλλη μέρα, την Πέμπτη, πήγα κι εγώ στον παππού. Όχι, που δεν θα πήγαινα, τώρα που άρχισε να δουλεύει το σχέδιό μου! Ήρθε μαζί μας και η Σοφία, ξανά. Του έβαλα λαδάκι του Αγίου Εφραίμ στο μέτωπό του, στα χέρια του, στα πόδια του, που είχα πάρει απ’ το μοναστήρι, όταν είχα πάει παλιότερα. Μετά του έδωσα και το μπουκαλάκι κι εκείνος το έσφιγγε στο χέρι του και δεν μου το έδινε! Του το πήρα όμως, γιατί φοβήθηκα μην χυθεί, και ήθελα να δώσω και στους άλλους ασθενείς της Eντατικής, αν ήθελαν! Όλοι δέχτηκαν οι ίδιοι ή οι συγγενείς τους. Μάλιστα έδωσα και σε έναν άλλο θάλαμο της Εντατικής που χαροπάλευε μια κοπέλα που μόλις είχε γεννήσει! Εύχομαι όλοι τους να έγιναν καλά, χάρη στην βοήθεια της Παναγίας και Αυτού του θαυματουργού Αγίου!

Μας γνώρισε, μας χαμογελούσε και η χαρά μου ήταν απερίγραπτη. Αγκαλιές, φιλιά, τα κλασσικά δικά μου!

Γυρίσαμε Βόλο πιο χαρούμενοι και αισιόδοξοι. Θέμα για μηχάνημα δεν τίθενταν πια. «Ο παππούς είχε ραγδαία θετική εξέλιξη!»

Το ίδιο βράδυ μας τηλεφώνησε η κουνιάδα μου ότι ειδοποίησαν απ’ το Νοσοκομείο, ότι: «Τον παππού τον έβγαλαν απ’ την Εντατική, γιατί χρειάζονται το κρεβάτι, είναι άλλωστε καλύτερα κι έπρεπε» λέει, είπαν: «Να πάω αμέσως! Τον πήγαν στην Παθολογική Α, (Γ)»

Εμ, δεν θα πήγαινα; Πετώντας! Εγώ δεν θα έφευγα ποτέ από κει, αν μ’ άφηναν…

«Τον έβγαλαν και είναι μόνος του;»

Άυπνος ο Δημήτρης, πτώμα απ’ την κούραση, κοιμόταν όρθιος, παρακάλεσε τον ξάδελφό του τον Δημήτρη να με πάει. Ήρθε κι εκείνος μαζί μας, με άφησαν εκεί και έφυγαν. Σε λίγες ώρες θα πήγαινε για δουλειά.

Εκείνη τη νύχτα που ήμουνα κοντά του, ο παππούς κούνησε και το άλλο χέρι και πόδι. Και μίλησε! Εγώ είχα κατουρηθεί απ’ την χαρά μου και φωτογράφιζα απ’ το παράθυρο του θαλάμου Ανατολές!


...............................

Απόψε ο γιος σου είχε νεύρα. Έτσι του βγαίνει αυτουνού η στενοχώρια. Κάτι τέτοιο πρέπει να γίνεται και με την κόρη σου. Αδέλφια είναι. Μοιάζουν. Σκορπιοί και οι δύο. Τσιμπάνε.

Μετά την προσευχή σε σταύρωσα και με λαδάκι του Αγίου Εφραίμ. Έτυχε να το έχω μαζί μου πάλι, γιατί η Γιάννα μου ζήτησε να της φέρω, όταν της είπα για το μεγάλο θαύμα του Αγίου, να σε βγάλει απ’ την Εντατική του Νοσοκομείου της Λάρισας που ήσουνα διασωληνωμένος. Θυμάσαι; Κι εκεί που κλαίγαμε πάλι, γιατί εσύ δεν έδινες σημάδια ζωής, σε σταύρωσα και άφησα το μπουκαλάκι μέσα στην χούφτα σου κι εσύ τότε το έσφιξες δυνατά και δεν μου το έδινες, παρά μόνο όταν σου είπα ότι θέλω να δώσω και στους άλλους ασθενείς! Και την ίδια νύχτα βγήκες απ’ την Εντατική! Έχουν γίνει τόσα θαύματα με σένα παππού, που χρειάζεσαι άλλο ειδικό τετράδιο, όπως και ο Άγιος Αυτός, που έχει γίνει ο προστάτης μου και προστάτης μας.


..........................

23:43 μ.μ. Δεκαεπτά λεπτά ακόμα πατέρα και έρχεται η 12 Γενάρη. Ξημερώνει η Δευτέρα. Ποιος ξέρει τι είδους παράσταση προγραμμάτισαν για αύριο τα πουλιά; Πάντως σήμερα ήταν διαφορετική. Τα σπουργίτια βγήκαν όλα μαζί και πέρασαν από πάνω μας. Μαύρισε ο ουρανός. Άλλες μέρες έβγαιναν ανά ομάδες και η κάθε ομάδα ακολουθούσε άλλο δρόμο. Όλες την ίδια πορεία, όμως. Πάνω μας.

Οι καρακάξες πέταξαν πολλές φορές, αλλά όλο απ’ την αριστερή πλευρά, σα να κρύβονταν. Κάποια κοράκια έκαναν πολλές πτήσεις μπροστά μας. Μια δεκαοχτούρα έδωσε παράσταση στα κάγκελα του μπαλκονιού μας. Αρκετοί γλάροι πέρασαν πιο ψηλά όμως, αλλά από πάνω μας. Γενικά σήμερα τα πουλιά χόρευαν στην θέα του μπαλκονιού μας, ενώ άλλες μέρες παρέμεναν από την άλλη πλευρά. Για σένα χόρευαν πατέρα. Τα έβλεπα και σου τα έλεγα. Κι εσύ έλεγες ότι μ’ ακούς.

«Έλα μωρέ!» η τελευταία σου κουβέντα πριν φύγω. Όταν γύρισα δεν μιλούσες. Μόνο σημάδια.

Πατέρα μου! Από τη στιγμή που σου διάβασα την προσευχή της Παναγίας και σου έβαλα και λαδάκι απ’ την ιερή καντήλα του Αγίου Εφραίμ, όλα άλλαξαν!

Παναγιά μου, βάλε το χέρι σου! Άγιε Εφραίμ, κι Εσύ!

Όλα δείχνουν πως είσαι όπως τις προηγούμενες βραδιές. Ούτε μένεις, ούτε φεύγεις. Κοιμάσαι και βλέπεις όνειρα πολλά. Μάλλον διαπραγματεύεσαι. Μπορεί να έχετε συμβούλιο πάλι και κάτι ν’ αλλάξει στην απόφαση για καλό. Δεν ξέρω. Εσύ θα μου δείξεις.

....................................

Η Μαρία άργησε πάλι να έρθει. Της είχα τηλεφωνήσει για την «χαρά».

«Σε πήρα για να χαρείς. Ο πατέρας σου γύρισε! Η Παναγία και ο Άγιος Εφραίμ έκαναν πάλι το θαύμα τους!» της είπα.

«Σ’ ευχαριστώ που πήρες!» μου είπε εκείνη.

Όχι που δεν θα έπαιρνα! Τι είναι η χαρά; Τζάμπα πράγμα είναι. Να έχεις χαρά και να μην την δίνεις, σημαίνει κακός και όχι τσιγκούνης..

Χάρηκε η Μαρία! Ήταν δυνατόν;

Γύρισα από το καρτοτηλέφωνο και το είπα και στον παππού. Χάρηκε κι εκείνος.

Όλοι πετάγαμε σήμερα! Από χαρά!

Κάποιοι περίμεναν καμπάνες και εγώ ως καλός ρεπόρτερ είχα είδηση! Κρίμα που δεν χτυπάνε οι καμπάνες και στην χαρά. Κρίμα!

................................

Αποσπάσματα απ' το "Συγγνώμη, άντρα μου που αγάπησα τον πατέρα σου"

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2010

Θυμάμαι... όσο μπορώ να περιγράψω με λέξεις


(συνέχεια από δω)
Με την ικανοποίηση απ' το εκκλησάκι του Αγίου Ραφαήλ, με την όμορφη παρέα, με τις συχνές στάσεις μας, δεν είχα καταλάβει πως πέρασε η ώρα. Όταν την έμαθα όμως, κι όταν η Βούλα μας είπε πως μιάμιση η ώρα πρέπει να είμαστε ήδη σε ταβέρνα, για να φάει ο άντρας της και να κάνει την ένεση της ινσουλίνης, τότε στεναχωρέθηκα πολύ.
Σκέφτηκα την σκούπα μου... το τάμα μου που δεν θα προλάβαινα, πως το ταξίδι μου δεν θα πετύχαινε τον σκοπό μου.
Σε τόσο λίγο χρόνο δεν θα προλάβαινα να σκουπίσω...
Και δεν ήξερα αν θα μ' άφηναν...
Και δως του στεναχώρια!
Τα κορίτσια μου έλεγαν ότι οι καλόγριες θα με άφηναν.
Η Βούλα έλεγε:" Μπορεί να σ' αφήσουν να σκουπίσεις πίσω στον τάφο της Αγίας Μητέρας της Μακαρίας".
Εγώ ήξερα μόνο πως η ώρα περνούσε, κι ακόμα δεν είχαμε φτάσει.





Φτάσαμε μία παρά είκοσι. Έξω απ' το μοναστήρι με περίμενε απ' το πρωί η Βάσω, τουλάχιστον να με δει για λίγο, αλλά το μόνο που προλάβαμε ήταν να φιληθούμε και να ανταλλάξουμε σακούλες...

Πέρασα τους πάγκους με τα αναμνηστικά δωράκια, σαν να μην ήταν εκεί, και παρόλο που φορούσα φόρεμα, όπως μου είχε πει μια καλόγρια παλιότερα, πήγα βιαστικά, φόρεσα και μια φούστα, για να μπορώ να σκουπίσω ακόμα πιο άνετα.

Το μοναστήρι αυτή τη φορά είχε πολύ κόσμο. Πήγα ν' ανάψω τα κεριά μου και είδα πως η ουρά ήταν μεγάλη. Απογοητεύτηκα. Έχανα χρόνο... Στα χέρια μου κρατούσα εκείνη τη σακούλα με την σκούπα... Την παρέα την είχα χάσει, μα ήξερα πως δεν θα έφευγαν χωρίς εμένα.

Εκεί που κοίταζα στα χαμένα, μια τα κεριά, μια τον κόσμο και δεν ήξερα τι να κάνω, με πλησίασε μία εθελόντρια μέσης ηλικίας. Κάτι με ρωτούσε για την σακούλα. Τότε της είπα για το τάμα μου και την απογοήτευσή μου γιατί έχω μπροστά μου πολύ λίγο χρόνο.
Εκείνη μ' άκουγε και με κοίταζε.
"Τουλάχιστον, αν μ' αφήνατε να σκουπίσω σ' ένα σημείο, εκεί έξω, έστω μια σκουψιά, έτσι για το καλό..." της είπα με παράπονο.
"Όχι...", μου λέει η κυρία κι εμένα μου κόπηκαν τα πόδια. Εκείνη όμως συνέχισε:
"Δεν θα σκουπίσεις εκεί έξω. Ο Άγιος σε περίμενε και θα σκουπίσεις εδώ μέσα και μάλιστα θα ξύσεις και τα κεριά απ' το πάτωμα! Έπρεπε να είχα σκουπίσει ήδη, αλλά δεν πρόλαβα. Είχε πολύ κόσμο και δεν έφυγα απ' τα κεριά. Εσένα περίμενε! Ξεκίνα λοιπόν!"
Κοίταξε την σκούπα μου. "Τι είν' αυτή; Χωρίς κοντάρι;"
Είχα πάθει σοκ. Που να βρω τα λόγια να της απαντήσω;
"Ήθελα χωρίς κοντάρι, για να κουραστώ, να ιδρώσω..."
"Α, εδώ δεν έχουμε χρόνο για τέτοια. Πάρε αυτή (και μου έδινε μια δική τους με κοντάρι), πάρε και την ξύστρα..." και έτρεξε πάλι στα κεριά.
Κοίταζα γύρω μου, σα χαμένη. Έψαχνα την ξύστρα. Δεν την έβλεπα. Δεν μπορούσα να φανταστώ ένα τέτοιο μεγάλο μέγεθος, πόσο μάλλον ότι είχε και κοντάρι.
Πήγα κοντά της.
"Όχι, με την δικιά μου θα σκουπίσω, αλλά μπορώ να τ' αφήσω για λίγο, να πάω να χαιρετήσω τον Άγιο; Κι έρχομαι αμέσως! Σ' ευχαριστώ! Σ' ευχαριστώ!"
Έτρεξα σαν αλαφιασμένη έξω. Είδα την παρέα μου και την ενημέρωσα ότι φεύγοντας θα με βρουν Εκεί! Πήγα και χαιρέτισα βιαστικά τον Άγιο. Τόσα σύντομα λόγια, δεν του έχω ξαναπεί, πόσο μάλλον από κοντά!
Πήγα και στο μνήμα της Αγίας Μητέρας, της Μακαρίας.
Όχι, δεν προλάβαινα να κλάψω.

Τώρα, ενώ σε 20 λεπτά ξημερώνει ο Εορτασμός της Φανέρωσης των Ιερών Λειψάνων Του, θυμάμαι πως:

Η εθελόντρια μου είχε υποδείξει όλο τον χώρο. "Από δω. Απ' την αρχή!" μου είχε πει.
Εγώ ξεκίνησα πρώτα απ' το σημείο του πατώματος κοντά στα μεγάλα κεριά.
Με θυμάμαι να ξύνω, να ξύνω, να σκουπίζω και να είναι γεμάτο πάλι το δάπεδο!
Με θυμάμαι να είμαι σκυμμένη συνέχεια, συγκινημένη και αγχωμένη συγχρόνως, για να προλάβω να καθαρίσω όλο τον χώρο και να βλέπω μόνο πόδια ανθρώπων να προχωρούν, να μου πατάνε τα κεριά που μόλις είχα ξύσει και να τα κολλάνε παραπέρα...
Με θυμάμαι να τρέχω σε σημεία του πατώματος που μαύριζαν, σημάδι πως είχαν κερί.
Με θυμάμαι να σηκώνω κάποιες στιγμές το κεφάλι, κι ανάλογα τις σκέψεις μου, να βλέπω τις Αγιογραφίες του Αγίου Εφραίμ, που μου έδιναν απάντηση με τις κινήσεις των χεριών του, σαν: "Μπράβο, ωραία, Σ' ευχαριστώ!"
Τότε συνειδητοποίησα πως κάθε αγιογραφία είχε και διαφορετική κίνηση χεριών.
Με θυμάμαι να τον παρακαλάω να προλάβω, να καθυστερήσει λίγο την παρέα μου, να λιγοστέψει λίγο ο κόσμος, και τότε να μην βλέπω πια πόδια και να είμαι μόνη μου στον χώρο!
Κι άντε πάλι απ' την αρχή!
Κάποιες στιγμές πάλι, ένιωθα πως δεν είχα κάνει απολύτως τίποτα και δως του απογοήτευση!
Κι άντε πάλι απ' την αρχή!
Κάποια στιγμή η εθελόντρια μου είπε:
"Όπου μαυρίζει θα ξύνεις. Κοίτα και στα κεριά. Πάω να φάω λίγο. Έχε τον νου σου..."
Θεέ μου, πως ένιωσα!
Πόση τιμή!...
Κάποια στιγμή, εκεί που έσβηνα κεράκια στο νερό, με προσοχή όμως, να είναι καμένα πολύ (από παράπονο δικό μου, που σε πολλές εκκλησίες δεν τ' αφήνουν να κάψουν), είδα και την Λένα να σκουπίζει με την σκούπα με το κοντάρι, χάρηκα τόσο πολύ"!
Όταν άκουσα μια φωνή να μου λέει τρυφερά:
"Πάμε Κατερίνα τώρα; Τελείωσες;", τότε σήκωσα το κεφάλι.
"Πάμε, Βούλα μου!" της είπα. Ήξερα πως για μένα, ήδη είχε καθυστερήσει την ένεση του άντρα της.

Πριν φύγω, κοίταξα κάτω. Τα μάρμαρα γυάλιζαν. Δεν έβλεπα πια, μαύρα σημάδια κεριών.
Μετά κοίταξα γύρω μου. Μια αγιογραφία μου τράβηξε την προσοχή. Το ένα χέρι του Αγίου Εφραίμ κοντά στο στήθος του, σα να μου έλεγε: "Ευχαριστώ!"
Την ίδια κίνηση έκανα κι εγώ.
"Εγώ, σ' Ευχαριστώ" του έλεγα νοερά.
Δεν προλάβαινα να χαιρετήσω πάλι το σκήνωμά του. Χαιρέτησα την εικόνα του, εκεί στον χώρο των κεριών.
Εκεί με τρόμαξε το κομμένο κεφάλι του, που ήταν κάτω... χαμηλά στην εικόνα.
Τότε θυμήθηκα πως Εκείνος θυσιάστηκε για την θρησκεία μας κι εγώ δεν είχα κάτι παραπάνω από ένα απλό σκούπισμα!

Έφυγα απ' τον χώρο των κεριών με μια μεγάλη αίσθηση πληρότητας.
Τότε είδα πως ήμουνα μούσκεμα στον ιδρώτα απ' τα μαλλιά ως τα πόδια.
Χάρηκα...
Είχα και δεύτερα ρούχα μαζί μου. Μετά όμως, δεν ήθελα ν' αλλάξω. Ήθελα να μεταφέρω σπίτι μου ζωντανό αυτό το άρωμα, που καμία σχέση με ιδρώτα δεν είχε!

Μεγάλη η Χάρη Σου, Άγιέ μου!

Υγ. Άλλες φωτογραφίες εδώ.

Το εκκλησάκι του Αγίου Ραφαήλ στις Ράχες

Αν και φύγαμε πολύ πρωί, φτάσαμε στο μοναστήρι του Αγίου Εφραίμ το μεσημέρι στις μία παρά είκοσι. Εκτός από τις συχνές στάσεις που ήθελε η παρέα, περάσαμε και απ' το εκκλησάκι του Αγίου Ραφαήλ στις Ράχες. Αυτή η στάση είναι σχεδόν πάντα μέσα στο πρόγραμμα της Βούλας.
Μια φορά που δεν προλαβαίναμε και δεν περάσαμε, στην επιστροφή, στο σημείο εκείνο ακριβώς, έξω απ' το εκκλησάκι, μας έκανε προσπέραση ένα αυτοκίνητο και κοντέψαμε να σκοτωθούμε!
Σωθήκαμε από θαύμα, κι αμέσως μετά είπα στην Βούλα:
"Άλλη φορά όταν τάζεις να τηρείς τα τάματά σου! Ο Άγιος Ραφαήλ μας έσωσε, μας έδειξε το σημάδι Του και την επόμενη φορά μας περιμένει!"
Από τότε, η Βούλα περνάει πάντα από κει.

Αυτή τη φορά βρήκαμε κλειδωμένα. Η Βούλα σκέφtηκε ν' αφήσουμε τα δώρα μας απ' έξω.




Εγώ βλέποντας ένα πουλάκι κοντά στην πόρτα, ήμουνα σίγουρη πως αυτή η πόρτα θ' ανοίξει!
Και περιμένοντας λίγο, μια ευγενέστατη κυρία που την φιλοξενούσαν εκεί, μας άνοιξε!

Η χαρά μας δεν περιγράφεται, όπως δεν περιγράφεται και η ευωδία που αναδυόταν σε όλο το εκκλησάκι, όπως δεν περιγράφεται και η δική μας συγκίνηση, κυρίως της Βούλας που έκλαιγε σοκαρισμένη.





Η μεγαλύτερη χαρά για μένα ήταν που με το λαδάκι μας ανάψαμε τα καντηλάκια που ήταν έτοιμα να σβήσουν, κάτι που μου θύμισε έντονα τα εξωκλήσια του χωριού μου.
Απ' ότι μας είπε η ευγενέστατη κυρία που την ξυπνήσαμε πρωί πρωί, το εκκλησάκι δεν είχε ιερέα και δεν λειτουργούσε, γι' αυτό θα πήγαινε εκείνη σε άλλη εκκλησία να μοιράσει τις λειτουργιές μας και μετά θα τα μοίραζε εκείνη στον κόσμο.
Φύγαμε από κει χαρούμενες και ικανοποιημένες που ο Άγιος Ραφαήλ, ο Άγιος Νικόλαος και η Αγία Ειρήνη, δεχθήκανε τα δώρα μας.
Μαζί μας και ο άντρας της Βούλας φυσικά, που εδώ και τέσσερα χρόνια ξέρει πολύ καλά πια, που χρωστάει τη ζωή του...
Οι γιατροί ακόμα δεν μπορούν να το πιστέψουν...