Ταμένο blog...
στίγματα κάποιων στιγμών
και θαυμάτων

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

Τυχερό παιχνίδι

Η προσευχή του θράσους;

Μετά από 9 μέρες
Είναι δυνατόν ν’ αλλάξει η ζωή από μια μόνο στιγμή; Είναι;
Τρέμω αυτήν την στιγμή. Προσεύχομαι γι’ αυτήν. Θ’ αλλάξει πολλά. Δεν ξέρω όμως. Μόνο Εκείνος ξέρει. Εκείνος αποφασίζει.
Ζητώ απ’ Αυτόν, ότι πρέπει, ότι είναι σωστό. Μόνο Εκείνος ξέρει, γι’ αυτό περιμένω να δω σε λίγο, τι έχει αποφασίσει Εκείνος για τον Κυριάκο και γενικότερα για όλη την οικογένεια.
Θεέ μου, Σ’ ευχαριστώ! Και μόνο γι’ αυτές τις στιγμές αγωνίας που μου δίνεις. Είναι βουβές στιγμές, σαν τότε….
Φόβος, μη θεωρηθεί αχαριστία, απ’ την άλλη και η ανάγκη όλων των ανθρώπων για μια πιο οικονομικά άνετη ζωή. Όχι, όμως τώρα. Είμαστε καλά. Βοηθάει πολύ η αποζημίωση. Γεροί να είμαστε και όχι, δεν εξαρτάται ούτε η ζωή μας, ούτε η ευτυχία μας απ’ το αν θα κερδίσει η Γαλλία.
Δεν τολμώ να πω τίποτα. Φοβάμαι κάθε σκέψη. Καλή και κακή. Σε λίγο θα ξέρω αν άδικα ήμουν τόσο προσγειωμένη.
Νιώθω σαν τον κλέφτη που κινείται αθόρυβα, ελπίζοντας σε καλύτερη ζωή. Μα εγώ, εμείς, είμαστε κλέφτες; Παιχνίδι έπαιξε ο Κυριάκος και μέχρι στιγμής κερδίζει. Τ’ αποτέλεσμα κρίνεται μέχρι το τελευταίο λεπτό. Μέχρι την τελευταία στιγμή.
Όχι, δεν κλέβουμε και ως άνθρωποι, έχουμε δικαίωμα στη χαρά που δίνει το τυχερό παιχνίδι, που πληρώσαμε για να το παίξουμε.
Αν μας αξίζει, θα παραμείνει το σκορ. Αν όχι, κάποιος άλλος ίσως τα χρειάζεται περισσότερο από μας. Άλλωστε, όπως είπα και στον Κυριάκο, ήδη σήμερα κέρδισε 90.000. Είναι αχαριστία να ζητάει κι άλλα.
Πήρε και ο Αρμπέν τηλέφωνο. Αγωνιά.
Ο Κυριάκος το είπε σε μένα, που να μην το ‘λεγε! Στον Μάνο, όχι. Ευτυχώς! Θα απογοητευόταν πολύ το παιδί. Η Χαρά ούτε που πήρε είδηση για την αγωνία των τριών μας. Γιατί ο Μάνος την έχει πάντα με το ποδόσφαιρο. Απλώς, δεν ξέρω πόσο είναι το ποσόν.
Θεέ μου, πόση ώρα κάνουν να περάσουν 35 λεπτά; Τουλάχιστον να βρει η καρδιά μου τον φυσιολογικό της χτύπο. Τώρα βουβάθηκε κι αυτή.
Θέλει 8 λεπτά ακόμη λέει ο Κυριάκος και στριφογυρίζει γύρω γύρω σιωπηλά.
Θεέ μου, θα πάθει καρδιά!
Νωρίτερα, ψάχνοντας για τσάντα για το γυμναστήριο (άλλο κεφάλαιο αυτό, αποφάσισα να αδυνατήσω), κατέληξα στην τσάντα που είχα έτοιμη για τον σεισμό. Πρώτα πρώτα βρήκα την Παναγία της Πάρου, την Εκατονταπυλιανή. Την έσφιξα στα χέρια μου, προσευχήθηκα, έταξα…
Βρήκα βιβλιάρια υγείας, ένσημα, χαρτιά επίσημα και μετά την Τριάδα του Αγίου Ραφαήλ. Δεύτερο σφίξιμο, τάμα, προσευχή.
Μετά από στυλούς κεριά, ασπιρίνες, βρήκα το λαδάκι απ’ την Αγία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου. Το έσφιξα στα χέρια. Προσευχήθηκε η ψυχή μου.
Όταν η τσάντα άδειασε κάτι χτυπούσε ακόμα μέσα. Έβαλα το χέρι μου και βρήκα την εικονίτσα της Παναγίας με τον Χριστό.
Θεέ μου, λέω, όταν γράφω, Παναγίτσα μου στη ζωή και σε όλους τους Αγίους. Όλοι και όλα για μένα είναι Ένα. Είναι ο Θεός και τα κλωνάρια του. Σε όλα πιστεύω στην δύναμή τους. Σε όλα προσεύχομαι. Μόνο που δεν ξέρω, αν αξίζω την βοήθειά τους κι αν είναι θράσος η προσευχή μου για ένα τέτοιο λόγο, όπως απόψε. Εκείνοι, Εκείνος όμως, ξέρουν αν αξίζω, ίσως περισσότερο κι από μένα.

Η απάντηση στην προσευχή
Σε 6 λεπτά;
Τώρα;
Θα φανεί.
Θα μου έχουν απαντήσει αν με θέλουν κοντά τους ή όχι.


«ΑγγέλαΑΑΑΑ! Τα πήρ…!

Θεέ μου! Σ’ ευχαριστώ! Ότι μου στέρησε η δουλειά μου, μου το έδωσες Εσύ!


Υ.γ. Ώρα 2 παρά 20 (συμπληρώνω)
Ήρθε ο Κυριάκος στην κουζίνα χαρούμενος, (εκεί που έγραφα και προσευχόμουν) και μου το είπε. Πριν τον αγκαλιάσω έγραψα την τελευταία γραμμή.

(Από ένα ανέκδοτο βιβλίο)

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2008

Ο παππούς - εξελισσόμενο θαύμα

.....................................
.......Τρελάθηκα.
Που να βρω τον άντρα μου, που οδηγεί, να τρέξει να τον πάρει;
Να μην τα πολυλογώ, (στα πολύ προσωπικά, δεν σε παίρνει πολλές φορές να πολυλογείς…), βρεθήκαμε στο Νοσοκομείο του Βόλου.
Εκεί βρήκαμε τους συγγενείς απ’ έξω και τον παππού τον είχαν μέσα οι γιατροί.
Ανήσυχη και ανυπόμονη, ως συνήθως εγώ, χώθηκα μέσα, διεκδικώντας να δω τον πατέρα, όπως θα έκανα για τον δικό μου πατέρα.


Εκεί έμαθα από έναν υπάλληλο της κούριερ, ότι "έναν παππού τον έχουν στην ανάνηψη!" "Τρέξανε οι γιατροί να τον επαναφέρουνε… αλλά…" δεν ξέρει κιόλας, "δύσκολα τα πράγματα".

Τρελάθηκα! Δεν ήξερα αν είναι σίγουρα ο δικός μου ο παππούς, μα ήθελα να δω, να βεβαιωθώ πως δεν πρόκειται για τον δικό μας.
Χώθηκα παράνομα κι άνοιξα την πόρτα. Όταν είδα πως ήταν ο «δικός μου»… κατέρρευσα. Βρήκα την δύναμη όμως και πήγα και τσακώθηκα με το σόι… που δεν μας ενημέρωσαν την σοβαρότητα της εξέλιξης. Εγώ που πάντα σκύβω το κεφάλι, εγώ που πάντα αποφεύγω τους καυγάδες, κυρίως ανάμεσα σε νευρικούς άντρες, έδωσα την μάχη μου και ήρθαν και μας χώρισαν…
Πράγματα που κορόιδευα στους άλλους και σκηνές ντροπής… τα δημιουργούσα και τα έζησα. Γι’ αυτό λένε οι παλιοί: «Ποτέ μην λες ποτέ!»

Να μην τα «πολυλογώ…», βρέθηκα να παρακαλάω μία γιατρό, να μ’ αφήσει να του μιλήσω έστω για λίγο, γιατί πιστεύω ότι η ψυχή ακούει … και θέλω να τον επαναφέρω…
Είδε την κατάστασή μου η γιατρός, ποιος ξέρει τι σκέφτηκε από μέσα της, άνθρωπος ήταν, την λύγισα… και μ’ άφησε, «μόνο για λίγο…» όπως είπε.


Της το υποσχέθηκα και το τήρησα, άσχετα αν εκείνη έπρεπε να φύγει και μ’ άφησε παράνομα και άσχετα αν είπε δυο λογάκια στον κουριερά… και ήρθε μέσα κι αυτός να με προσέχει. Εμένα δεν με πείραζε.
Είχα να πω δυο λόγια στον παππού. Ας τ’ άκουγε. Αρκεί να τ’ άκουγε κι εκείνος.
Εκείνος έκανε ότι δεν με παρακολουθεί, παρακολουθούσε όμως την οθόνη που έγραφε ένα νούμερο 50 και έδειχνε κάτι σαν καρδιογράφημα.


Ο παππούς διασωληνωμένος, με βηματοδότη από χρόνια, το κορμί του ακόμα ζούσε…
Να μην τα πολυλογώ κι εδώ, είδα έναν παππού γεμάτο καλώδια, πρησμένο και παραμορφωμένο.
Λύγισα. Μου 'ρχότανε να λιποθυμήσω σ’ αυτή την εικόνα του.
Άντεξα όμως, γιατί είχα θυμώσει μαζί του. Αν μ’ αγαπούσε, δεν θα έφευγε έτσι. Η απόφασή του έδειχνε πως δεν ήθελε να γνωρίσω εγώ πατέρα… κι ούτε θα έρχονταν να μείνει σπίτι μου. Είχε αποφασίσει να πάει στο Λενιώ του.
Του τα είπα.


«Ξέρω πως δεν μ’ αγάπησες ποτέ σου μπαμπά… Προσπάθησα να είμαι πάντα η καλή νύφη, αλλά δεν πειράζει. Δεν θέλησες να ‘ρθεις κοντά μου. Καλό ταξίδι, μπαμπά! Να μου φιλήσεις την μάννα και το Λενιώ σου. Ούτε εκείνη μ’ αγάπησε ποτέ, μα πριν φύγει, μ’ ευχαρίστησε για όλα και μου είπε ότι μ’ αγαπάει. Ενώ εσύ, ούτε καν με χαιρέτησες. Φεύγεις σαν κλέφτης. Δεν πειράζει μπαμπά. Μην φοβάσαι! Καλό ταξίδι! Για να μην φύγεις έτσι… θα σου πω μια προσευχούλα».


Είπα το «Πάτερ Υμών» ολόκληρο και δυνατά και μετά, μου βγήκε και το σταύρωμα «Ιησούς Χριστός Νικά και όλα τα κακά σκορπά».
Δεν το κατάλαβα. Σα να τον ξεμάτιαζα!
Κοίταζε ο κουριεράς και ίσως κουφάθηκε ο άνθρωπος.
Βλέποντας το βλέμμα του, (σου λέει αυτή παπάς το παίζει;) κατάλαβα πως είχα ξεφύγει… και πως είχα καταχραστεί την καλοσύνη τους.


Εν τω μεταξύ εκείνη η οθόνη είχε αλλάξει νούμερο και έδειχνε 74. Τα σχέδια άρχισαν να τρέχουν χωρίς διακοπές και να ανεβαίνουν πιο ψηλά. Ο παππούς όμως, κόκαλο. Ζωντανός νεκρός. Παγωμένος, μάρμαρο. Ασάλευτος. Του έσφιξα το χέρι, όλη αυτή την ώρα, αυτό έκανα. Τον χάιδευα, τον φιλούσα, έκλαιγα και του είπα:


«Πρέπει να φύγω παππού. Δως μου το σημάδι σου ότι μ’ άκουσες κι ότι θέλεις να ζήσεις… Μ’ ακούς; Δως μου το σημάδι σου!»

Και βγήκα κλαίγοντας. Κάθισα εκεί στον διάδρομο ταραγμένη. Δεν ήθελα να βγω έξω, δεν ήθελα να δω κανέναν απ’ τους συγγενείς, ούτε ακόμα και τον άντρα μου. Ένιωθα πως αυτοί φταίγανε που μου στέρησαν τον πατέρα. Οι άλλοι για άλλους λόγους κι ο άντρας μου που δεν πάτησε πόδι να τον πάρουμε με το ζόρι απ’ τον Σεπτέμβριο.


Δεν είχα συνέλθει καλά, όταν άκουσα τους γιατρούς να λένε στον κουριερά να φωνάξει απ’ έξω έναν συγγενή του Παπαθεοδώρου.
Δεν χρειάστηκε να μιλήσουμε. Τον κοίταξα στα μάτια και μπήκα μέσα στους γιατρούς. Κάποια νοσοκόμα με οδήγησε σ’ ένα γραφείο. Εκεί μία κυρία μου έδωσε μια σακούλα με τα τελευταία ρούχα του και ότι είχε στις τσέπες του. Μου ζήτησε να βάλω υπογραφή και με ρώτησε "τι τον είχα…"


«Νύφη του…» είπα και τα πήρα.
Υπέγραψα με τρεμάμενο χέρι κι από μέσα μου πάλεψε ένας δισταγμός, για το αν έχω το δικαίωμα να τα πάρω εγώ, με τον εγωισμό και την υπερηφάνεια, ότι για να τύχει να τα παραλάβω εγώ, μου αξίζει αυτή η στιγμή…


Κρατούσα την σακούλα αγκαλιά για ώρα. Την έσφιγγα σαν να κρατούσα ένα μωρό...
Κάποια στιγμή λύγισαν τα γόνατά μου. Κάθισα κούκου για να μην σωριαστώ. Ένας γιατρός που με είδε να παρευρίσκομαι στον χώρο, με ρώτησε γιατί είμαι εκεί και μου είπε να βγω έξω.
Τον παρακάλεσα να μ’ αφήσει. Να συνέλθω πρώτα εγώ και να βρω δύναμη και μετά να βγω έξω να με δουν οι άλλοι με τα ρούχα...


Με άφησε. Σεβάστηκε την στιγμή μου. Ήταν όλη δική μου. Όσες θυσίες έκανα τόσα χρόνια που δεν αναγνωρίστηκαν απ’ αυτόν τον πατέρα, τα είχα πληρωθεί μ’ αυτή τη σακούλα και μ’ ένα φακελάκι που μέσα είχε δέκα ευρώ.
Αυτά είχε στην τσέπη του, στο παντελόνι που του φόρεσαν όταν τον βρήκαν γυμνό.

Αφού συνήλθα, βγήκα έξω. Κράταγα την σακούλα αγκαλιά για ώρα, ακόμα κι όταν έστειλα τον άντρα μου να πάει να τον δει. Εκείνος δεν άντεξε κι έφυγε γρήγορα.

....Μετά, κάτι μου είπε, «ότι η ζωή συνεχίζεται… και να μην κάνω έτσι…και κάτι άλλα περί συγγενών» τα πήρα στο κρανίο… (που λένε οι νέοι… κι όχι εγώ) και του έδωσα την σακούλα, για να τον συνεφέρω συναισθηματικά και να του σπάσω αυτόν τον πάγο που φέρνει η λογική σ’ ένα γιο, την ώρα που φεύγει ο πατέρας του…

«Τι κρατάς;» με ρώτησε.
«Τα τελευταία ρούχα του πατέρα σου! Πάρ’ τα!»

...Να μην τα πολυλογώ (έτσι θα το συνεχίσω, όταν πρέπει να ξεφεύγω…) αν και με είχαν βγάλει έξω από τα απαγορευμένα εδάφη των γιατρών, είχα δουλέψει και είχα βάλει τα τσιράκια μου (είχα αποκτήσει φίλους που με ενημερώνανε για το πώς πάει ο παππούς) και μου είπαν πως "τον πάνε για ακτινογραφία!"

Αναθάρρεψα! Μάλλον "ο παππούς έδωσε το σημάδι του…" σκέφτηκα και χάρηκα.

Νωρίτερα, κρυφανοίγοντας την πόρτα άκουσα που ρωτάγανε οι νοσοκόμοι αν θα μεταφέρουν τον Παπ. στην παθολογική, ένας γιατρός απάντησε :
«Πια παθολογική;»
Σα να έλεγε:
«Για το νεκροτομείο είναι αυτός!»
Εκεί ζάρωσα και βγήκα έξω.

Από κει και μετά, πήγα απ’ την άλλη πόρτα στο ακτινολογικό, τον βρήκα, του μίλαγα, του χάιδευα χέρια, πόδια, ότι έφτανα, μα ο παππούς κανένα εμφανές σημάδι ζωής. Διασωληνωμένος, καλώδια και οθόνες, πάνω στο φορείο του.


Μετά, μου τον πήραν πάλι, ώσπου τα τσιράκια (φιλαράκια, καλά παιδιά και κυρίως Άνθρωποι!) μου σφύριξαν ότι είπαν οι γιατροί πως:
«Αν αντέξει ο Παπαθεοδώρου αυτό το επεισόδιο, θα γίνει εκατό χρονών! Μετά αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν ανάγκη!», είπαν.

...Σε λίγο μας φώναξαν οι γιατροί.
«Ο παππούς θα φύγει με ασθενοφόρο για την εντατική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας. Θα τον συνοδεύσει γιατρός. Εσείς να πάτε μόνοι σας», μας είπαν.
........
(Αποσπάσματα απ' το προσωπικό μου ημερολόγιο)

Δεύτερο θαύμα - κεραμίδι

Μετά, μέσ’ την ίδια χρονιά έγινε ένα άλλο θαύμα.
(Το γράφω και στο βιβλίο της Μάννας.)

Γίνονταν η κλήρωση εργατικών κατοικιών και ενώ συμμετείχα με αίτηση και αριθμό, δεν πήγα, γιατί νόμιζα πως δεν αξίζω να κερδίσω, εφόσον υπάρχουν άλλοι σε πιο δύσκολη θέση από μένα. Εγώ είχα μόνιμη δουλειά και ο άντρας μου είχε ανοίξει περίπτερο με τα λεφτά που πήρε αποζημίωση απ’ την δουλειά του. Έτσι, εκείνο το βράδυ, ενώ είχα βγει ήδη τα αποτελέσματα το απόγευμα, έκανα τον σταυρό μου πριν κοιμηθώ και προσευχήθηκα στην Παναγία.
Της είπα τα γνωστά, δικά μου. Ότι ξέρω ότι υπάρχουν άνθρωποι που είναι σε χειρότερη μοίρα από μένα, κι αν νομίζει εκείνη ότι μου αξίζει ως άνθρωπο να κερδίσω ένα κεραμίδι δικό μου στην πόλη, όπως έλεγε και η μάννα, το αφήνω σε Κείνη να το αποφασίσει…
Και Κείνη… το αποφάσισε! Το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο από μια γνωστή που μου έλεγε ότι άκουσε το τυχερό όνομά μου, ενώ εκείνη δεν κέρδισε.
Αυτά τα δυο ήταν τα δυνατά θαύματα της Παναγίας, που έγιναν πριν πολλά χρόνια και προέκυψαν μέσα απ’ την προσευχή και τα θυμάμαι χαρακτηριστικά.
Μετά, δυσκολίες στη ζωή υπήρχαν πολλές και η Παναγία κάθε φορά ήταν πλάι μου στις γέννες των παιδιών μου, στην υγεία τους, όπως σε όλους τους ανθρώπους.
Μήπως η ίδια η ζωή, δεν είναι από μόνη της ένα θαύμα;

Αυτά τα δυο θαύματα, όπως είπα, είναι η αρχή. Από κει και μετά έζησα κι άλλα, τα οποία όμως θα τα γράψω μετά, όπως τα θυμάμαι.
Τώρα θέλω να γράψω τα τελευταία και τα πιο πρόσφατα, κι αυτά αφορούν την ζωή και την υγεία του παππού και πεθερού μου, πατέρα του άντρα μου, αλλά και δικού μου!

Το πρώτο θαύμα (Γεωργία-Μάννα)

Την πρώτη εμπειρία μ’ αυτό που λέγεται θαύμα, την θυμάμαι εκεί κάπου στα 29.


Μία ξαδέλφη μου, η Γεωργία, γυναίκα πρώτου μου ξάδελφου ήταν στο τελευταίο στάδιο του καρκίνου και ήταν στην Αθήνα. Ήμασταν δεμένοι μ’ αυτή την οικογένεια, γιατί έμεινα μαζί της ένα χρόνο, όταν ήμουνα μικρή. Η μάννα είχε πάει στην Αθήνα, να βοηθήσει την αδελφή μου, που με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να μείνει έγκυος.
Έμενα σπίτι τους ένα χειμώνα και δέθηκα μαζί τους. Αγάπησα τα δυο κορίτσια της σαν να ήταν μικρότερες αδελφούλες μου ή παιδάκια μου!


Έτσι λοιπόν, μετά από πολλά χρόνια, παντρεμένη πια και με δικά μου παιδιά και ζώντας με την μάννα στον Βόλο, χτύπησε το τηλέφωνο μια μέρα, μέσ’ την νύχτα και μας ενημέρωσαν ότι «την Γεωργία την περιμένουμε από ώρα σε ώρα…"
Κάποιος έπρεπε «να πάει να καθαρίσει το σπίτι… για να είναι καθαρό αύριο… »


Θυμάμαι ότι στενοχωρέθηκα πολύ εκείνο το βράδυ.
Θυμάμαι ότι πλησίασα το εικόνισμα του σπιτιού μου και κοιτώντας την φλόγα του καντηλιού, προσευχήθηκα…
Ζήτησα απ’ την Παναγία να δώσει παράταση ζωής στην Γεωργία, να χαρεί την κόρη της νυφούλα και μετά αν θέλει να την πάρει. Μετά, δεν ξέρω που βρήκα τόσο θράσος, Της παζάρεψα να την αφήσει γιατί είναι νέα κι έχει μικρά παιδιά κι αν θέλει, ας πάρει την μάννα μου…!!!


Κι όμως, το έκανα, τότε! Το θυμάμαι και θυμώνω ακόμα με τον εαυτό μου.
Αποτέλεσμα; Την άλλη μέρα η Γεωργία συνήλθε και ανατράπηκαν όλα. Έζησε τον γάμο της κόρης της και Έφυγε μετά από ένα ολόκληρο χρόνο στις 4/11/91.
Η τιμωρία μου όμως, γι’ αυτή την γεμάτη θράσος προσευχή, ήταν ότι την επόμενη βδομάδα, στις 11/11/91 Έφυγε και η μάννα.
Η Παναγιά με είχε ακούσει και μου τις πήρε και τις δυο.
Αυτό ήταν το πρώτο θαύμα που θυμάμαι.

Όταν ήμουν παιδί

Στα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι που πηγαίναμε υποχρεωτικά με το σχολείο στην εκκλησία, Κυριακές και γιορτές.
Με την μάννα ανάβαμε το καντηλάκι του σπιτιού μας και της Παναγίας και των άλλων εξωκλησιών, με μεγάλη ευχαρίστηση.
Κατά την περίοδο των εξετάσεων στο Γυμνάσιο τα τάματα για να περάσω την τάξη έδιναν και έπαιρναν και σε κάθε τάξη προστίθενταν μία καινούργια εικόνα στην εκκλησιά της Παναγίας.
Μετά, έφυγα απ’ το χωριό. Από κει και πέρα είχα άλλου είδους εξετάσεις, κι αυτές ήταν της ζωής. Το «βόηθα Παναγιά μου» ήταν σταθερό κι όταν πήγαινα στο χωριό, πήγαινα συχνά στην εκκλησία της Παναγιάς και άναβα τα καντηλάκια.
Κάτι άλλο σημαντικό, δεν θυμάμαι.
Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, νομίζω.

Εκκλησία μέσα μου

Είναι ξημερώματα Κυριακής 2 Νοέμβρη 2008
και είμαι στο Νοσοκομείο Βόλου. Προσέχω τον πεθερό, παππού και πατέρα Τάσο.

Έχω τόσα πολλά να πω!
Είχα καιρό που έλεγα πως πρέπει κάπου να καταγράψω τα θαύματα που έχω βιώσει στη ζωή μου, ή άκουσα από τρίτους, συγγενείς ή φίλους, αλλά δεν το ξεκινούσα. Ίσως γιατί δεν ήξερα από πού ν’ αρχίσω. Και τώρα δεν ξέρω. Είναι τόσα πολλά και ιδίως τα τελευταία χρόνια.


Εδώ και μέρες είπα πως θα τα γράψω. Μάλιστα σκέφτηκα κι ένα ειδικό μλπογκ. Τόσα άνοιξα! Ένα με θέμα τα θαύματα, γιατί όχι;


Είναι αλήθεια πως ζούμε σε μια εποχή που αν μιλήσει κανείς για θαύματα και θρησκείες, ο άλλος τον περνάει για τρελό ή για θρησκόληπτο, γι’ αυτό το αποφεύγει. Εγώ τώρα, μετά από όλα όσα μου έχουν συμβεί, νιώθω πως έχω χρέος να τα πω, κι ας με πουν όπως θέλουν.
Για το τρελός… θα μπορούσα!
Για το θρησκόληπτος, με τίποτα!


Θυμάμαι αυτή τη λέξη δεν την ήξερα. Την έμαθα όταν με κατηγόρησε κάποιος για θρησκόληπτη, όταν εξέδωσα το πρώτο μου βιβλίο «Γράμμα στη μάννα με δύο ν», τον Οκτώβρη του 1998.
Ήταν γνωστός, διάβασε το βιβλίο μου και μου είπε:
«Έχω διαβάσει τρεις φορές το βιβλίο σου εγώ κι άλλες δυο φορές η γυναίκα μου και ακόμα είμαστε πολύ προβληματισμένοι!»
«Προβληματισμένοι; Γιατί; Τι δεν καταλάβατε και το ψάχνετε τόσο;»
«Δεν έχουμε αποφασίσει ακόμα, αν θα επιτρέψουμε στον γιο μας να το διαβάσει!»
«Γιατί; Τι το ακατάλληλο έχει το βιβλίο μου που μιλάει για την μάννα μου και τη ζωή μου;» τον ρώτησα τελείως, μα τελείως, ξαφνιασμένη.
«Γιατί, δυο πράγματα συμβαίνουν με σένα και θέλω να μου λύσεις την απορία: ή είσαι πολύ αδικημένη στη ζωή σου ή είσαι θρησκόληπτη!»


Κουφάθηκα. Αδικημένη στη ζωή μου ήμουνα και είμαι ακόμα. Το νιώθω συχνά, κι άλλοι άνθρωποι μπορεί να το νιώθουν αυτό. Δεν μπορούσα να το δεχτώ σαν λόγο που θα έκανε κακό στον γιο του. Πες ότι είμαι ψυχοπαθής. Κινδυνεύει ο γιος του απ’ τα δικά μου ψυχολογικά προβλήματα τόσο πολύ, διαβάζοντας ένα βιβλίο;
Του είπα: «Αδικημένη νιώθω, αλλά θρησκόληπτη, δεν καταλαβαίνω, ούτε τι θα πει!»
«Έλα τώρα! Όλο για θεούς και εκκλησίες μιλάς! Δεν μου λες, πας κατηχητικό ακόμα;»


Κουφάθηκα. Εγώ πορωμένη με την θρησκεία, από πού κι ως πού; Καθώς τελείωσα το σχολείο, πήγαινα στην εκκλησία Χριστούγεννα και Πάσχα, σε γάμους, βαφτίσεις, κηδείες και μνημόσυνα. Κι αυτό, όχι γιατί άλλαξα, αλλά επειδή στην αρχή ήμουνα νειάτο και τα νειάτα μόνο εκκλησία δεν πάνε, μετά οικογένεια, δυο παιδιά πάνω στον χρόνο, δουλειά, μια Κυριακή μου έμενε να κοιμηθώ και να ξεκουραστώ. Πόσο μάλλον για κατηχητικό!
Του τα είπα.
«Τότε, πως εξηγείται» μου είπε, «τόση πίστη;»
«Δεν ξέρω», του είπα. «Ίσως η μάννα μου την είχε φυτέψει πολύ καλά μέσα μου, κι όχι με λόγια, αλλά με τον τρόπο της και την κουβαλάω μαζί μου και χωρίς να πηγαίνω εκκλησία. Τι να σου πω! Δεν μου το έχει ξαναπεί κανένας!»

Να μην τα πολυλογώ, αν και πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε, δεν ξέρω αν τελικά άφησε τον γιο του να διαβάσει το βιβλίο μου, ούτε πόσες φορές το ξαναδιάβασε ακόμα για να καταλήξει σε κάποια απόφαση.
Ήθελα να πω από τώρα, ότι δεν είμαι ούτε θρησκόληπτη, αλλά ούτε και σωστή Χριστιανή, όπως απαιτούν οι κανόνες της εκκλησίας. Δεν καμαρώνω, ούτε και ντρέπομαι γι’ αυτό. Ανήκω στο μέσο όρο των Ελλήνων πιστεύω, που δεν είναι τυπικοί με τους κανόνες της Εκκλησίας, αλλά που πάντα κουβαλούν την πίστη σταθερά μέσα τους. Κάνω τον σταυρό μου, κάνω το καλό, ανάβω το κεράκι μου σε όποια εκκλησία βρω μπροστά μου, προσεύχομαι όταν το νιώσω κ.λ.π. κ.λ.π.


Είπα, ξέρω ότι δεν είναι σωστό, αλλά, αυτό συμβαίνει. Ίσως φταίει και η δουλειά μας και τα άστατα ωράριά μας, αλλά επειδή αν ήθελα, θα μπορούσα και να ξυπνάω πρωί ή να μην κοιμάμαι καθόλου, για να πάω στην εκκλησία την Κυριακή, αλλά, το βλέπω αλλιώς το θέμα. Ξέρω ότι είναι δικαιολογίες. Γενικώς, δεν μ’ αρέσει το πρόγραμμα και το πρωινό ξύπνημα. Αφού κοιμάμαι στις 5 ή και 7, πώς να ξυπνήσω το πρωί;


Ξέρω πάντως πως, νιώθω γαλήνια μέσα στην εκκλησία. Πολλές φορές μου φέρνει συγκίνηση, έως και δάκρυα όταν είμαι εκεί. Μ’ αρέσει και όταν η εκκλησία είναι άδεια από ανθρώπους, γιατί συγκεντρώνομαι πιο εύκολα και δεν παρεξηγούν οι άλλοι το πρόχειρο ντύσιμό μου.
Αυτά, περί θρησκοληψίας!
Εξηγούμαι απ’ την αρχή.
Α, ναι! Και στα θρησκευτικά στο σχολείο, όσο και στο κατηχητικό, ήμουνα αυτή που εξηγούσα τις απορίες των άλλων και έβγαζα πάντα την ουσία και το δίδαγμα.
Έμφυτο; Πες το κι έτσι. Πάντως, δεν διάβαζα.

Πάμε λοιπόν λίγο στην αρχή, μετά να έρθω στο σήμερα, αυτό με καίει και αυτά τα τελευταία μαζεμένα θαύματα θέλω να καταγράψω και συν το χρόνο τα υπόλοιπα.

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

Τάμα ήταν


Ήταν τάμα εδώ και πολύ καιρό ν' ανοίξω ένα blog, όπου θα γράψω όλα όσα μου έχουν συμβεί κι εγώ τα κατατάσσω στην κατηγορία "θαύματα", αλλά όλο το καθυστερούσα.

Μπαινοβγαίνοντας στα Νοσοκομεία τον τελευταίο καιρό είδα κι άκουσα τόσα πολλά!
Τελικά, ο κόσμος πιστεύει και πολύ μάλιστα!
Καθημερινά γίνονται γύρω μας άπειρα θαύματα που μόνο όσοι το έννιωσαν μπορούν να το καταλάβουν και να το πιστέψουν.
Εγώ πιστεύω πολύ στην δύναμη της προσευχής, όσο και στην βοήθεια της Παναγίας και όλων των Αγίων μας!
Σ' αυτό το blog θα τα καταγράψω και δεν ντρέπομαι καθόλου γι' αυτό.
Η Θεϊκή Ύπαρξη υπάρχει γύρω μας, μας βοηθά και μας δίνει και τα "σημάδια" Της.
Ένα τέτοιο "σημάδι", με έκανε ν' ανοίξω σήμερα αυτό το blog.
Έχουμε τον χρόνο όμως, να τα πούμε σιγά σιγά.

Ξημέρωσε η 22 Νοεμβρίου, αλλά πριν μισή ώρα (δηλαδή στις 21 Νοεμβρίου) ήταν τα Εισόδια της Θεοτόκου.
"Μεγάλη γιορτή", μου είπαν, όλοι!
Η Φωτεινή, που στην Κρήτη γιορτάζουν λέει, αυτή την εποχή οι Μαρίες.
Η Βούλα που έκανε αρτοκλασία για Χάρη Της και ήρθε στο περίπτερο να μου φέρει άρτο και να μου πει τα δικά της καινούργια "σημάδια".
(Αφού δεν πάει το βουνό στον Μωάμεθ... Εγώ, εκεί. Δουλειά και στα δικά μου.)
Σχόλασα νωρίς απόψε και πέρασα από ένα ζαχαροπλαστείο.
Πάνω στο ταμείο είδα δυο τρία ημερολόγια του 2009 με την εικόνα της Παναγίας.
Κουφό για ένα ζαχαροπλαστείο.
Μου είπε ο κύριος ότι τα άφησε μία καλόγρια.
Αγόρασα ένα και είδα πως ήταν από το μοναστήρι της Παναγίας Γοργοϋπηκόου που είναι κοντά στο σπίτι μου, κι όμως, ΠΟΤΕ μου δεν έχω πάει!
Αλυσίδα συμπτώσεων;
Κάλεσμα;
Δεν ξέρω.
"Σημάδι" Της στην εσωτερική μου ερώτηση "αν πρέπει ν' ανοίξω αυτό το blog";
Δεν ξέρω!

Όπως και να ' χει, ήταν τάμα μου, κάποτε και απόψε έκανα την αρχή.
Ξέρω πως η αρχή ήταν δύσκολη κι αφού έγινε, έγινε για καλό!

Χθες ο πεθερός μου περπάτησε! (Στις 20)
80 χρονών, διασωληνωμένος για τρείς μέρες, έτοιμοι οι γιατροί να σταματήσουν τα μηχανήματα...
Κλινικά νεκρός, παράλυτος και χθες, ΠΕΡΠΑΤΗΣΕ!
Έχω τόσα να σας πω!