Ταμένο blog...
στίγματα κάποιων στιγμών
και θαυμάτων

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

«Πώς μας ξεσπιτώσανε, έτσι, Παναγιά μου;…»



































4 Οκτώβρη του 2016, ημέρα Τρίτη ήταν και από νωρίς το απόγευμα, μάζεψα τα πόδια μου, νταν, νταν, νταν, πάντα βιαστικός ο Άγιος Νεκτάριος, κοντεύει 9, βράδυ Πέμπτης, αλλά τώρα είναι (μέχρι και να γράψω) 8 και 53, πήρα και τις λίστες μου, είχα πολλές, είναι απόφαση το να κατέβω στην πόλη και προσπαθώ να τα κάνω όλα.
Ψώνια, υποχρεώσεις κοινωνικές, διάφορα.
«Να μην ξεχάσω, κι αυτό!» και το σημειώνω.
Ποικίλες οι λίστες μου, λοιπόν, δεν θυμάμαι όμως, να τις κοίταξα.
Ξεκίνησα από ψηλά, για να φτάσω στα χαμηλά και με χρονικό όριο, να προλάβω ανοιχτά τα μαγαζιά.

…Βρέθηκα κοντά και σε ανοιχτές, ακόμα και κλειστές Εκκλησιές.
Αλλιώς είχα μάθει…
Να τρέχω με λαχτάρα, μέσα τους, να πάρω βαθιές ανάσες, κοιτάζοντας στα μάτια την Παναγιά μας, τον Χριστό, τους Αγίους μας…

Τώρα;
Ένα κλάμα ψυχής, άκουγα στ’ αυτιά μου:
«Πώς μας ξεσπιτώσανε, έτσι, Παναγιά μου;…»

Μπήκα, έμπαινα, όπου έβρισκα ανοιχτά.
«Όχι, δε μπορούν να με πετάξουν έτσι εύκολα, έξω», σκεφτόμουνα, θύμωνα και έμπαινα.

Κάθε εκκλησιά μας ορθώθηκε από στέρηση του απλού λαού που πίστεψε και σεβάστηκε τους ιερείς μας, δείχνοντάς τους τυφλή εμπιστοσύνη, δεν είναι τσιφλίκι κανενός, ώστε να μας κοιμήσουν και αδιαμαρτύρητα να λέμε «ΝΑΙ» στις αποφάσεις τους, ούτε στον έναν τους νέο θεό, ούτε συνπροσευχές, ούτε «πάνω απ’ όλα βλέπουμε τον άνθρωπο», ξεγελώντας τον με ένα πιάτο φαί και με την Τέχνη που τελικά, είναι το δόλωμα.
Τσίμπησαν και γελάστηκαν μ’ αυτήν, τελικά, πόσοι;

Έμπαινα, έψαχνα μάτια εικόνων και Αγιογραφιών, έπαιρνα απαντήσεις, κι έφευγα…
Προσκυνητάρι Ανάληψης…
Ανάληψη…
Άγιος Νεκτάριος Βόλου…
Άγιος Νικόλαος Βόλου…

Σκοτάδια στον Άγιο Νικόλαο, και σχετικά νωρίς.
Ένας πολυέλαιος αναμμένος στην είσοδο, μόνο και όλα τα άλλα, μαύρα.
«Παναγιά μου, Χριστέ μου, πόση μαυρίλα; Πόση;»
Τρόμαξα.
Τα πρόσωπά τους, μαύρα, σα να είχε μούσι και η Παναγιά, ως και το μέτωπο!
Μού θύμισαν κάποια όνειρα νυκτός, με ανθρώπου πρόσωπο, έτσι.
Ένα απλό φως να είχαν αναμμένο και πέντε καντηλάκια με λαδάκι, θα έφτανε για να λάμψουν τα πρόσωπα των Αγίων, έλεος!
Ο Άγιος Νικόλαος, αγέρωχος!
«Κάτι» τον φώτιζε περισσότερο, απ’ την δεξιά πλευρά, δεν κοίταξα τι.
«Μη φοβάσαι», σα να μού έλεγε.
Το ξέρω το ύφος του το αυστηρό, ξέρω και τα θαύματά του!
Έψαξα τον τρούλο.
«Χριστέ μου, πού είσαι; Πού κρύφτηκες;»
…Δαγκωνόταν. Σα να μού έλεγε «Φύγε!», όταν βρήκα θέση και σημείο να Τον δω.

Έφυγα, κι έξω απ’ αυτήν, τυφλώθηκα απ’ τα φώτα.
Πάρκο, πλατεία, κόσμος, παιδιά, μπαλόνια, ποδήλατα, πατίνια, ζωή …
Άλλη μια πλατεία… φωτισμένη, τι σημασία έχει που ο Φάρος, νταν! (9και 22) κάνει οικονομία Φωτός και Πίστης;
Όχι, Ο ΘΕΟΣ, Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΜΑΣ ΘΕΟΣ, δεν κατοικεί πια, (ίσως και ποτέ), μέσα στους Ιερούς Ναούς, αλλά μόνο μέσα μας!

Από Εκεί, δεν θα μπορέσει κανείς, μα κανείς, να μας Τον πάρει, όσοι Τον έχουμε, έτσι είναι, τελικά, δυστυχώς!  

Δεν υπάρχουν σχόλια: